Πέμπτη, 31 Μαΐου 2012

Της ιστορίας ανοίγοντας την κιβωτό



Της ιστορίας ανοίγοντας την κιβωτό


                                      Α’

Ρυάκια σκέψεων απ’ τον νου μου αναβλύζουν
της ιστορίας σου φυλή μου ανοίγοντας την κιβωτό.
Κι όπως συνωστίζονται μία-μία στο μυαλό 
οι σελίδες απ’ τη μακραίωνη της ζωής σου καταγραφή,
σαν ακτίνες Χι, διαπερνούν οι συλλογισμοί
κηλίδες και σκιές σκοτεινών αναφορών
όπου θριαμβευτικά βόσκει της διχόνοιας το θεριό  
το μισερό χορτάρι το φυτεμένο σε κάμπους, βουνά και πλαγιές
κι ανθηρό απλώθηκε ως τις απόμερες ακρογιαλιές….

Ω, άφαντοι πώς γενήκαν οι κόποι σε καλές σπορές
κι αερο-κυματίζουν σημαίες μπροστά στα μάτια
ξεδιπλώνοντας έχθρητες κι εγωισμού ασίγαστα πάθια
συνταυτισμένα μ’ ενοχές από αμαρτίες και των παρόντων ετών…..
Και πάνω στο πανώριο δέντρο μιας σαν και σένα φυλής
που τα κλαδιά του κοσμούσαν «άνθη και ζουμεροί καρποί», 
πόσα ζωής κρεμάστηκαν απειράριθμα κομμάτια
απ’ εμφύλιους, από φόνους κι αρπαγές…
κι αιωρούνται σκιάχτρα  που προκαλούν τρόμο ψυχής!

                                       Β’

Ω, Φυλή μου πώς φθάσαμε ως εκεί;
Αντί όλοι να ομονοούμε και να συνεργαζόμαστε μαζί
στο σκαρφάλωμα σε βουνών κορφές, ψηλά,
τον Ήλιο να βλέπουμε γρηγορότερα στης ζωής τα πρωινά,
με σπονδές στον Βάκχο πορφυρίσαμε την θάλασσα την γαλανή.
Κι αφότου τ’ αδέλφια γινήκαμε θανάσιμοι εχθροί  
πύρινος λίθος επιπέσαμε στην πατρώα γη,
όπου μεταλλαχθήκαμε σ’ ερπετά
και σε βαλτονέρια σερνόμαστε βρωμερά!

Κι όσο αναθυμάμαι πως το «ιλαρό φως»
ήταν στα χέρια μας ο Ζωοφόρος φανός
και στοχεύοντας στον «Αόρατο»,
δρόμο ανοίξαμε προς τον ουρανό
και θεμέλια βάλαμε στου κόσμου τον Πολιτισμό,
πες μου φυλή μου, τώρα πες μου πώς
για την εγκληματική «αμέλειά σου» να μην επαναστατώ 
που σαν τις μωρές Παρθένες τον άφησες να σβηστεί;
Κι όσο πάει βαθύτερα ο δικός μου στοχασμός.
ένα κύμα θλίψης την καρδιά μου ταράζει κουφό
και περιδεής αναριγά η ψυχή
που γνωρίζει πως τίποτε δεν μένει ατιμώρητο στη ζωή.
Και μπορεί ο «Αιώνιος» ν’ αργεί, μα ποτέ δεν συγχωρεί
όσους αγνώμονες φανούν στη δωρεά Του την θεϊκή.

                                             Γ’

Ω, ας ήταν σ’ αυτόν τον αγνώμονα σωρό,
να μην είσαι κι εσύ Ελληνική φυλή!
Κι όσο στη θύμηση πως ο αέρας που αναπνέουμε,
η γη που κατοικούμε, η θάλασσα που περιπλέουμε,
απ’ του Σωκράτη και του Πλάτωνα ηχολόγησε τη φωνή,
απ’ την ευγλωττία του Δημοσθένη και του Περικλή,
απ’ τ’ άγια λόγια του θείου Παύλου στης Πνύκας τη κορφή,
χείμαρρος ορμά μια σκέψη στο νου και μ’ ωθεί
να σου φωνάξω φυλή μου, χωρίς ενδοιασμούς:
-Ακροάσου των καιρών τους χρησμούς
και σίδερο βάζοντας στην καρδιά, χάλκωμα στα στήθη,
δέσε στην παλάμη σου του «παράλογου» τους χαλινούς
και μην αφήνεις λάσκα τα λουριά σ’ ανήθικα ήθη. 
Ζωντάνεψε κι εσύ με τον Λόγο που είπε ο Ιησούς
στους «καλούς κι αγαθούς» πως ανήκουν τα ουράνια τα Θεία!

Και σαν τον φωτισμένο γίνε καλλιτέχνη Φειδία,
που κείνον τον Αιώνα τον χρυσό
βρήκε στα σπλάχνα του Πεντελικού 
αιχμαλωτισμένους Ήρωες και Θεούς
και με την ευλογία τ’ Ουρανού,
έκανε την υπέρβαση ο δικός του νους  
και τους παρέδωσε στου Κόσμου το θαυμασμό.
Έχεις στα χέρια σου άφθονο κι ανεκτίμητο υλικό.
Γίνε κι εσύ μάστορας μερακλής κι άξιος δουλευτής,
το αδούλευτο μάρμαρο της ψυχής το λευκό,
όπως οι πρόγονοί μας στο παρελθόν,
να το σμιλέψεις μ’ Επιστήμη, Τέχνη και Παιδεία.
Και μ’ αγάπης και καλλιέπειας έργα φωτίζοντας το παρόν,
για ένδοξο μέλλον να το κάνεις αφετηρία.
   

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου