Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2016

ΟΣΟ ΚΙ ΑΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΝ ΑΤΑΞΙΑ ΣΤΡΟΒΙΛΙΖΕΤΑΙ



OΣΟ ΚΙ ΑΝ Ο ΚΟΣΜΟΣ ΕΝ ΑΤΑΞΙΑ ΣΤΡΟΒΙΛΕΤΑΙ

Των αξιών η φιλοσοφία
από καιρό πλέον δεν υπολογίζεται
και ο αμοραλισμός
στην σύγχρονη κοινωνία
σαν καραμέλα πιπιλίζεται.
Μα όσο κι αν ο κόσμος εν αταξία
στροβιλίζεται
γύρω από τον άξονα του μηδενός,
η Ζωή δεν κλονίζεται.
Οργώνει και σπέρνει το φως
και μ’ εκείνους που η ψυχή τους φλογίζεται
από τον πόθο για μια «ιδανική πολιτεία»,
τον ευθύ δρόμο της συνεχίζει εμπρός.
Και ως παιδαγωγός
βοηθώντας τους πώς ν’ αναμερίζουν
τα όσα τους εμποδίζουν,
αυτοί με φαντασία γόνιμη
που σ’ έμπνευση έργου αντισταθμίζεται,
Αργοναύτες ξεκινούν
πιότερο τολμηροί
παρά φρόνιμοι
τα σύνορα του κόσμου να διαβούν
κι ως το βασίλειο των νεφελών ν’ ανυψωθούν.
Κι εκεί ελπίζουν
πως κάπου μες τις νεφέλες θ’ αξιωθούν
τον Απρόσιτο να δουν
και μαζί του αν συνομιλήσουν
το μυστικό θα γνωρίσουν
με αξιών πρωτεία,
την ιδανική πολιτεία πώς θα ιδρύσουν.  
Κι όταν εκεί στα ύψη δεν τον βρουν
με νέα ρότα το ταξίδι τους τότε αρχίζουν
από θάλασσα σε θάλασσα γύρω από την γη.
Και από πολιτεία σε πολιτεία
ώσπου να φθάσουν στην Κολχίδα την μυθική,
απ’ όπου περνούν,
με την πιο περιπετειώδη εμπειρία
να ζήσουν λαχταρούν
αυτό που νοιώθει ο κατακτητής,
του «ιδανικού» ο εξερευνητής,
ο καλλιτέχνης, ο επιστήμονας, ο σοφός,
ένας άγιος ή ένας άνθρωπος απλός
μα ευσεβής.
Κι ύστερα, στο Ποιητικό έργο του Παντός           
γενόμενοι διερμηνείς,
το εγκώμιο συνθέτουν της Μεγαλόδωρης Ζωής. 



















Τετάρτη 30 Δεκεμβρίου 2015

Η ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ ΕΜΟΥ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ



Η ταυτότητα εμού του Ανθρώπου

Γραμμένη από το χέρι του «Ένα»
ιδού η ταυτότητά μου
εμού του αγνώστου «Κανένα»
που μες την συμπαντική ολότητα
την δική μου ορίζει την οντότητα!
Πεσμένος Άγγελος, το κύριο όνομά μου.
Άνθρωπος, το παράνομά μου. 
Γεννήτορες, Ύλη και Πνεύμα.
Πατρίδα μου, ο απέραντος Ουρανός
Τόπος κατοικίας μου, η Γη
Σπίτι μου, ο αιθέρας ο γαλανός.
Θεμέλιό του, των Ωκεανών ο βυθός.
Στέγη του, ο Θεός.
Τοίχοι του, των Γαλαξιών η αστροφεγγιά.
Κόσμηση τους, συννεφάκια λευκά
που φεύγουν κι έρχονται ως πουλιά
μεταναστευτικά.
Δοκάρια, τα όνειρά μου.
Πόρτα του, ο Ήλιος με χρυσαφένιο χρώμα.
Παραθύρι, το Φεγγάρι το ασημί.
Κρεβάτι μου, το χώμα.
Λύρα μου, η γλώσσα με της ψυχής την φωνή
του σύμπαντος κόσμου ν’ ανυμνεί
τα μύρια θάματα τα τόσα.
.
Κι ω, του Ανθρώπου εμού,
η Ζωή, τα φτερά μου
κι ο θάνατος, η αχώριστη σκιά μου!
Όμως, στην ζήση μου εδώ στην Γη,
με αρχοντιά του νου
χρέος μου, υπηρέτης να ’μαι του καλού και αγαθού!
Και την κατοίκηση για να χαίρομαι του «σπιτιού»
το κορμί μου οφείλει να ’ναι ο περικαλλής ναός
όπου δεν θα μπαίνει κανείς εντός
αν μαζί του με συνείδησης αρετή
την πράξη δεν φέρει την καλή.
Τα μάτια μου, συλλέκτης φωτός
και αντιφεγγίσματος πομπός.
Πυροστιά, με άσβηστη φλόγα η καρδιά μου
μεγάλες σπίθες να πετάει.
 Κι όσο ανυψώνεται κι απλώνεται και πάει
η ζεστασιά της φωτιάς μου
αγάπη στους γύρω της να σκορπάει.

ΕΥΧΟΜΑΙ ΑΠΟ ΚΑΡΔΙΑΣ ΣΕ ΟΛΟΥΣ ΜΕ ΤΗΝ ΝΕΑ ΧΡΟΝΙΑ ΝΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΠΑΜΠΛΟΥΤΟΙ ΑΠΟ ΧΑΡΑ ΚΑΙ ΠΑΜΠΤΩΧΟΙ ΑΠΟ ΘΛΙΨΗ ΚΑΙ ΠΟΝΟ.

ΚΑΛΗ ΠΡΩΤΟΧΡΟΝΙΑ

ΤΟ ΔΥΣΚΟΛΟ ΕΡΓΟ



Το πιο δύσκολο έργο

Με νου από αγνότητα γιομάτο,
στον ύπνο μας, ύπνο αθώου παιδιού
τί όμορφο που ήτανε το όνειρο το πρωτάτο
για το ξεκίνημα του ταξιδιού
σ’ έναν κόσμο του ωραίου και του αγαθού!
Και μες τ’ όνειρο πως φάνταζε πως γη
λουλουδιασμένος θα είναι κάμπος!
Κι εμείς πότε καβαλάρηδες στην διαδρομή
διαβαίνοντάς τον με χαρά παιχνιδιού,
πότε ως αετοί
σάμπως
απ’ τα χαμηλά πετούσαμε τα «κάτω»
και ως τα ύψη ανεβαίναμε του ουρανού!
Ω, απ’ του ονείρου το θάμπος
με νου χορτάτο,
πόσο ήταν ο «ύπνος» μας γαληνός!
Μα όταν «ξημέρωσε»,
ως άστρο είδαμε τότε φλογάτο
το όνειρο μας πως γοργοπέρασε
κι ως καπνός στον αέρα ενώ έσβησε
πίσω μας άφησε το μαντάτο…
πως στην στράτα καθενός,
είτε με του ήλιου την φωτιά
είτε με το χλωμό φως απ’ το φεγγάρι
οδεύοντας πάνω στην γη,
με τα όσα βούλεται ο θεός
και με τα όσα ποθεί
του ανθρώπου η καρδιά,
της μοίρας του ξετυλίγεται το κουβάρι
με το πιο δύσκολο έργο στην διαδρομή.
Χωρίς ονειροφαντασίας παιχνίδια πια,
ο καθένας παλικαρίσια στην γη περπατώντας
με την καρδιά να τραβάει μπροστά,
αλλά ρίχνοντας τα μούτρα κάτω,
άλλοτε κλαίγοντας άλλοτε γελώντας
με της ψυχής του το δυναμικό,
τους μύλους του μυαλού να γυρνά
και για το όνειρο το πρωτάτο
ακάματος να στρωθεί στην δουλειά  
ώσπου από στοιχειό πλασμένο με χώμα και νερό
σε πνεύμα η οντότητα του να μεταλλαχθεί
και η μέσα του πυρκαγιά  
με φλόγα ιερή
Φως να γίνει!
Και αυτό το φως ν’ ανεβαίνει ορθό
στην πιο ψηλή ουρανό-κορφή
και τίποτε να μην το σβήνει.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΥΛΛΟΓΗ ΜΟΥ «Η ΟΝΤΟΤΗΤΑ ΕΜΟΥ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ»

Τετάρτη 12 Φεβρουαρίου 2014

ΑΠ' ΤΗΝ ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΜΟΥ "ΦΤΕΡΟΥΓΙΣΜΑΤΑ"
Εσύ, ονειροπόλε Ποιητή
που εισχωρείς
μέσα στην ομίχλη της ουράνιας κορυφής
σαν πνεύμα καλό κι αγαθό
μ’ αδημονούσα ψυχή
το Ον να συναντήσεις το αληθινό
κι αγνοώντας την πτώση σ’ αδηφάγο κενό
πέρα και πάνω απ’ τα γήινα πετάς
μ’ αετούς συντροφιά και περιστέρια,
απ’ τον όρθρο έως τον εσπερινό

κρατώντας την λύρα στα χέρια
ποιόν με την γοητεία της φωνής σου υμνείς,
φωνή τόσο γλυκιά που και τις πέτρες συγκινείς
και για ποιον Ουρανό τραγουδάς
με τα νεφελώματά του, γαλαξίες και αστέρια;
Και κει ψηλά με ποιον Θεό
απ’ όλους τους Θεούς μιλάς;

Ή παιανίζεις προτροπές και μηνύματα
ν’ αποδεσμευθεί
του ανθρώπου η ψυχή
από μίσους μαχαίρια
και στης διαδρομής τα βήματα
να μην υπάρχει χέρι να κρατά το σφυρί,
να χώνει το απαίσιο καρφί
πάνω στο πάγκαλο της Ζωής κορμί,
για να πάψουν ν’ ανοίγονται στη γη
της αγάπης και της ειρήνης σωροί τα μνήματα;

Ω, στα πλήθος μου ρωτήματα
που κλείνουν πόθους καρδιάς
ελπίδες και προσδοκίες στη ζωή μου
για έναν κόσμο επί γης του ονείρου,
εσύ, Ποιητή μου,
ακαταπόνητε ταξιδευτή μου
ως τα κράσπεδα του απείρου
όπου ανοικτά θαύματα οράς
κι αν το θελήσεις
μπορείς τον γυπαετό
με τον λόγο σου να αιχμαλωτίσεις,
την γη να ενώσεις με τον ουρανό,
ω, στην αδαή εμένα
που σε θαυμάζω
αλλά μάταια κοπιάζω
ίχνη φωτός να συλλάβω,
τα βήματά μου πάνε στα χαμένα…..
όσο κι αν τον Ήλιο κοιτάζω
είναι ο λογισμός μου φτωχός
περιορισμένος, μηδαμινός
νοήματα να καταλάβω
και δεν γνωρίζω ούτε το άλφα ούτε το ωμέγα
του σύμπαντος όπου εσύ περπατάς
γιατί, γιατί δεν μου απαντάς
και το άπιαστο φως μόνο για σένα κρατάς;
Μη και την αποστολή σου απαρνήθηκες;
Ή μη κουράστηκες να ξαγρυπνάς,
απόκαμες και κοιμήθηκες
κι έτσι σιώπησες να μιλάς;
1
Το ρώτημα

ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΜΟΥ «……ΤΟ ΠΛΗΘΟΣ ΕΜΕΙΣ»

Για ποιον μοχθήσαμε
στο πέρασμα της ζωής
οργώνοντας τα «χωράφια» του ο καθείς;
Ολομερής κι ολονυχτίς
για ποιον τόσο ιδρώτα χύσαμε
και με το αίμα το χώμα ποτίσαμε
σπέρνοντας όνειρα της καρδιάς μας,
για Ειρήνη και φιλία στα πέρατα της γης,
να θερίσουμε κι εμείς και τα παιδιά μας,
Αγάπης ευλογημένους καρπούς ζωής;

Κι εσείς;
Στους αγώνες μας, τι κάνατε όλοι εσείς,
Άρχοντες και Ταγοί εξουσίας κοσμικής
σε Βορρά και Νότο, Δύση κι Ανατολή
κι όλα «γαία πυρί μιχθήτω» έγιναν στη ζωή
Ω, Μακκαβαίοι;
της Ειρήνης το υπέρτατο αγαθό,
σ’ εμπορίου μετατρέψατε πηγή.

Υπερφίαλοι, Καιροσκόποι,
χαμένοι πήγανε όλοι μας οι κόποι.
Την Φιλία προσφέρετε δω κι εκεί
μ’ ύπουλο σκοπό.
Κι Υποκριτές, Φαρισαίοι,
της Αγάπης νοήματα
μ’ ανέσπερο φως λαμπρό,
σαν νυφίτσες και σαν αρουραίοι
ένα συνονθύλευμα φρικτό
τ’ ανακατέψατε
ανόμοιων σπόρων.
Κι αλίμονο! τους φυτέψατε
σε μια κηπούπολη εμπόρων!
5
ΑΠ’ ΤΗΝ ΑΝΕΚΔΟΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ ΜΟΥ «ΦΤΕΡΟΥΓΙΣΜΑΤΑ»
Ζωή,
Ένα μπουμπούκι σκάει εκεί
όπου μια ηλιαχτίδα βυθίζεται στο χώμα.
Πάρε το στα χέρια σου ολάνοικτο ν’ ανθίσει
μέχρι να ’λθει το γιόμα
ευωδιά στον κόσμο να πλημυρίσει.
Βάλε και την στολή σου την γαλανή
και γίνε η ποίηση που το φως ανυμνεί….
γίνε μουσική γοητευτική,
να με συγκλονίζει…..
μέχρι δακρύων να με συγκινεί….
φύσα την αύρα σου την αιολική,
με λεπτότατη πνοή
να μ' αγγίζει
και μ' έρωτα για σε το είναι μου να γεμίζει.
έτσι ώστε της ψυχής μου το βιολί
να φλογίζεται
με της ομορφιάς σου την λαμπρότητα
και μ’ αυτό να παιανίζει
Επική μια μελωδία
αποδιώχνοντας απ' την καθημερινότητα
του καιρού την απελπισία
που στο "τίποτα" με βυθίζει.....