Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

Το προσκύνημα στις ρίζες


Το προσκύνημα στις ρίζες

{Το ποίημα τούτο περιλαμβάνεται
στην Μεγάλη Εγκυκλοπαίδεια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Χάρη Πάτση τόμος 14ος}                       


Απόφαση ζωής κι Υπόσχεση.
Χρέος και τιμή στα γονικά, το κίνητρο.
Και μπήκα στ’ αυτοκίνητο
μετά από χρόνους πενήντα κι επτά-
σε χώματα να ταξιδέψω ιερά.
Ευλαβικός προσκυνητής
στα περήφανα σκαρφαλώνω βουνά,
της πατρογονικής μου γης.
Κι ο δρόμος φιδίσιος απλώνεται.

Ξετυλίγεται μαγευτικός
στα μάτια μου εμπρός.
Κι η απόσταση που απ’ το λίκνο με χώριζε
πόσο γρήγορα σώνεται!...
Κελάρυσμα του ποταμού,
λόγος στ’ αυτιά μου φτάνει ερωτικός!

Κι απ’ τα χείλη μου αναδύεται βουβός ψαλμός,
που με γλυκαίνει.
Δάκρυ και λυγμός, απ’ τα στήθη μου ανεβαίνει,
αντικρίζοντας πέρα, στο γαλάζιο του ορίζοντα μακριά,
των Τζουμέρκων την οροσειρά!

Ασύλληπτης ομορφιάς στα μάτια μου οι γραμμές,
μ’ επιδέξιο χέρι ζωγραφιστές! 
Δέσμες ηλιαχτίδων, λευκές πινελιές,
από σκόρπια σύννεφα!  
Κι ιριδίζοντας χρώματα ζαφειρένια,
ξεπροβάλλουν στον ουράνιο πίνακα,  
οι αψηλές κορυφές!
                                 
Καλπάζει άλογο η καρδιά,
προς τα ’κει που φωλιάζει,
τ’ όνειρο κι η ομορφιά!
Βουνά εδώ! Βουνά εκεί! Παντού περήφανα βουνά!
Όλα σε μιαν αγκαλιά συνταιριασμένα,
μ’ αυτά, σάμπως και να έχω γίνει ένα!

Αγριοπούλι ο νους στο θάμπωμα φτεροκοπά!
Αετός η ψυχή να πετάξει, να λικνιστεί στα ψηλά!
Αηδόνι να τιτιβίσει, στων δέντρων τα κλαριά!
Πέτρα και χώμα! Ήλιος κι Ουρανός!
Νερό! Πνεύμα! και Φως εκτυφλωτικό!...
Αέρας φορτωμένος άρωμα και μοσχοβολιά, 
από Δάση με πλατάνια κι ελάτια δροσερά!
Καταπράσινη απλώνεται ανάμεσά τους πλαγιά!
Δυο ποταμοί σε σμίξιμο τρυφερό!
Κοκκινωπές οι στέγες της σε κάθε της φωλιά!
Του καταρράκτη το τραγούδι βροντερό!

Σαστίζω και πώς να μαζέψω το μυαλό;
Η ανάσα μου κομμένη!
Α! μιας ζωής ονείρωση απαρνημένη!
Φωνή μεγάλη μες απ’ την καρδιά:
«Όλα στον κόσμο είναι ιερά!
Όλα! Ίσως ακόμα κι εγώ!
Ω! Νάτο! Νάτο, το λίκνο μου το μικρό, 
των Θεοδωριάνων, το πατρογονικό χωριό!».

 Ανοικτή αγκαλιά, χαμόγελα κι από καρδιάς η χαρά,
με καλωσόρισε των προγόνων μου η γενιά!...
Φτεροκόπημα και τρίλιες πουλιών την ψυχή μου μεθούν και ζαλίζουν.
Μ’ ακολουθεί του ποταμού ο απόηχος κι ο αχός,
όπου κι αν τα βήματα με γυρίζουν!
Και ξαφνικά, λόγος του βουβός, ιστορημένος σε πέτρα,
κεραυνοβόλησε το βλέμμα!.
Αφύπνιση νοητικής διέγερσης κοχλάζει στο αίμα.
Ακόντιο το μήνυμα χτύπησε την καρδιά:
«η γαλήνη είναι εδώ, στη φύση και στο Θεό»,
και την τρύπησε πέρα ως πέρα!.
Λυγμοί μετανοίας -φλόγες ανανεωμένης πίστης
ξεχύθηκαν στον αέρα!

Τρεμάμενο το κορμί -το ταξίδι ήταν μακρύ-.
Τα πόδια μπερδεύονται και τρικλίζουν,
μέχρι να φθάσω στην πηγή,
μπροστά στου Αη - Γιωργιού την εκκλησιά!
Αχόρταγα τα χείλη μου ζητούν να πιουν το «νάμα»,
στο ζωογόνο το νερό, για ν’ αποσβήσω συνάμα,
τη δίψα τη σωματική, την άρνηση την ψυχική.
Και στη βρύση τη μικρή -αδιάκοπη η ροή-
άπληστα κι αχόρταγα βύζαξα απ’ τον κόρφο της,
της μάνας γης το γάλα!
 
Τον όρθρο χτύπησε της εκκλησιάς η καμπάνα.
Με τον γέρο παπά και το νιο αντάμα,
μυσταγωγία ιερή ξεκίνησε πρωί-πρωί! 
Κι εκεί εκπληρώθηκε η υπόσχεση και της ζωής το τάμα!.. 
Δοξολογώντας το Δημιουργό,
σταυροκοπήθηκα.
Σάστισμα και ρίγος συγκίνησης δυνατό!
Μέσα μου κοίταξα κι αναρωτήθηκα:
Νεκρή ήμουν κι αναστήθηκα;

Απ' την ανέκδοτη ποιητική συλλογή μου "Ανάστροφες Διαδρομές"

Το στεφάνι του γήρατος




          Το στεφάνι του γήρατος

                                    1
Ο χρόνος είναι η πιο ακριβή μαθητεία
γνώση για ν’ αποκτήσει ο καθείς και σοφία.
Και το γήρας, σαν έλθει μας δίνει
από ατόφιο ασήμι
εκείνο το ατίμητο στεφάνι
το πλεγμένο με ρυτίδες
που μία-μία μες απ’ τα σημάδια της αφήνει
να εκχέονται αχτίδες  
απ’ τα έργα που ο καθένας στη ζωή του έχει κάνει,
ώστε με το στέφανο που φορεί
για το φωτεινό του να μπορεί απαύγασμα να καυχηθεί.
                                    2
Όπως οι δικές μου έτσι κι εσένα οι ρυτίδες σου Γη,
είναι αμέτρητα πολλές.
Κάθε μια κι ένας αιώνας με λογιών-λογιών μορφές.
Άλλες αποκρουστικές κι άλλες ωραίες,
που χαράχθηκαν σ’ εποχές μοιραίες
όταν στη μακρόχρονη πτήση των νυχτών μας
ποθήσαμε το φέγγος να δούμε των άλλων αστεριών μας.

Αυτές που χαράζουν τα μέτωπά μας
είναι τ’ αποτυπώματα κι οι δοκιμασίες του δρόμου
Είναι η αρμονία του χρόνου
κι η εφαρμογή τιμωρίας του ποινικού νόμου
όταν αλλάζαμε βούληση και γνώμη
πότε σαν Ιουδήθ κι άλλοτε Ζαν ντ’ Αρκ και πότε Σαλώμη
Οι βαθύτερες οι χαρακιές δείχνουν την οδύνη
όσες φορές φλερτάραμε ασύστολα με το κακό
άλλοτε Μεσσαλίνα ή Δαλιδά πότε σαν Αικατερίνη.
Και σαν παραδινόμασταν μ’ ερωτικό οργασμό
σε εναγκαλισμούς με τον «αρχαίο τελώνη»,
Μέδουσα ορθωνόμασταν με τρομακτικά χαρακτηριστικά
κι η θέασή μας πέτρωνε κάθε βλέμμα αγαθό
που τολμούσε πάνω τους να σκαλώνει…..

Αυτές στη ράχη των χεριών μας
είναι του πεπρωμένου μας οι γραμμές
με φωτεινές χαρακιές.
Εδώ μια νύχτα χειμωνιάτικη
εκεί μια μέρα ανοιξιάτικη
δώθε γάργαρου νερού μια πηγή
κείθε μια συνάντηση, μια ρήξη, ένα κοιμητήρι
πιο πάνω Έναν ήλιο πυρπολητή
της ψυχής μας να οδηγεί το τρεχαντήρι.
                                   3
Μα οι δικές σου ρυτίδες, ω Μάνα Γη,
απ’ τις δικές μου είναι πολύ πιο βαθιές
μια και χαράχτηκαν σε μοιραίες κοσμογονίας εποχές
απ’ άκρη σ’ άκρη των δύο γήινων πόλων.
Κι όπως διασταυρώνονται
δείχνουν τους δρόμους της μοίρας των παιδιών σου όλων
προς Αθήνα, Ρώμη και Ιερουσαλήμ,
όπου κάτωθεν των ουρανίων θόλων
όσο ανακρούονται οι ψαλμοί του Δαβίδ
στο Ναό του Σολομώντος ανάκατα συγκεντρώνονται
οι πολιτισμοί κι οι βαρβαρότητες όλες της γης
ιχνογραφώντας αυτού του Κόσμου την οδοιπορία ζωής,
σαν ένα αστέρι που ’χει πέσει απ’ τον ουρανό….

Κι ω, γερασμένη Μητέρα Γη,
με σεβασμό σ’ εναγκαλίζομαι και μ’ αγάπη σε φιλώ.
Μα όσο ψηλαφίζω τις ρυτίδες σου τις βαθιές
και της καλοσύνης σου δεν εντοπίζω γραμμές,
τον «στέφανο» των γηρατειών και των δυο μας κοιτώ.
Και με βαθύ αναρωτιέμαι αναστεναγμό ψυχής:
-Άραγε, ως τώρα στον δρόμο μας τον αστρικό,
εσύ απ’ τα έργα σου για πόσα δύνασαι να καυχηθείς
κι άραγε για πόσα κι εγώ….

 Απ' την ανέκδοτη ποιητική συλλογή μου "Στον δρόμο του ενός"

Στου αφρού τ' άκρα


Στου αφρού τ’ άκρα


Λες και ξεδιπλώθηκε σκοτεινός ένας μανδύας
που περιτύλιξε την οξυδερκή του νου μας ικανότητα!
Κι εκεί που ζούσαμε καλά την απλή μας καθημερινότητα
μ’ αξιοπρέπεια, φαντασία και δημιουργικότητα
λες και φορέσαμε όλοι γυαλιά μυωπίας
κι όταν «πύργους και παλατάκια» ονειρευτήκαμε
δεν είδαμε πως εμπλακήκαμε
σ’ οδούς απληστίας.
Κι ούτε καν αντιληφθήκαμε
την οδυνηρή πραγματικότητα
πως πάνω σε κινούμενη άμμο τελικά τα χτίσαμε.

Ω! το Μεγαλείο στην αθλιότητα!  
Και καθόλου περίεργο αυτό που συνέβη στην Ανθρωπότητα
ούτε είναι τυχαίο το «σήμερα» της ανήκουστης δοκιμασίας
που βιώνουμε όλοι με ζωής σύγχυση και πλήρη αβεβαιότητα!
Υποβόσκοντας, με κουβέντες μισές και διαρκείς σιωπές,
εγκυμονούσε ήδη απ’ το χθες
και καθρεπτιζόταν καθαρά
πως γερά δεν κρατήσαμε στα χέρια μας τα κουπιά,
όταν μ’ ούριο άνεμο αισιοδοξίας
πάνω σε μονόξυλο για βάρκα ένας-ένας αρμενίσαμε
ιδιωτεύοντας σ’ ωκεανούς ευδαιμονίας

Μα τώρα π’ άνοιξαν του Αιόλου οι ασκοί
κι οι «άνεμοι» που ξεχύθηκαν ορμητικοί
μας βρήκαν μεσοπέλαγα κι αντάριασαν τα προβλήματα
που θεριεμένα πάνω μας ξεσπούν απανωτά κύματα
ω, πώς χάσαμε τα κουπιά μες στη ταραχή!.... 
Και με το μυαλό θολωμένο, σ’ έκρηξη απελπισίας
πέσαμε απ’ το μονόξυλο που ’χαμε για βάρκα!
Κι ιδού! Όμοια «χελιδονόψαρα», με κομμένη ανάσα
σαν διέξοδο σωτηρίας
στ’ αφρού όσο πηδάμε τ’ άκρα…..
εκεί απογινήκαμε πλούτος άφθονης λείας
σ’ αγκίστρια κερδοσκοπίας!     

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012

Μια καθημερινή τραγωδία....



  Μια καθημερινή τραγωδία....

Έχω στο νου μου αρκετό υλικό είναι η αλήθεια,
εξωφρενικά για να γράψω παραμύθια
όπου όλα, μες από θύελλες και συφορές,
βαίνουν κατ’ ευχή τελικά
κι όλοι οι πρωταγωνιστές
ευτυχισμένοι ζούνε στο τέλος καλά.

Μα πώς ωραία να γράψω παραμύθια
όταν ο εξαναγκασμός των πολλών σ’ ανεργία
σαν αγκάθι μου σουβλίζει πέρα ως πέρα τα στήθια!
Μη και δεν έχουν όλοι δικαιώματα πάνω στη γη
σ’ ευκαιρίες για δουλειά, να κάνουν προκοπή,
του καθενός να πάει μπροστά η διαδρομή;

Και πώς να παραβλέψω την πολιτική αδιαφορία
για την δική τους ανερμάτιστη δοκιμασία
αυτή που ολοφάνερα στα μάτια μου μπροστά
εκτυλίσσεται καθημερινά!
Και μες στην απρόσωπη των ημερών μας κοινωνία,
πώς να μην επικεντρωθώ και στην ανείπωτη τραγωδία
εξ αιτίας της αναδουλειάς που διαδραματίζεται σιωπηλά,
μες σε σοφίτες κι υπόγεια σκοτεινά
όπου μόνο η απελπισία
κι η απόγνωση παραμιλά!

Ω, σε πόσο βαθύ με ρίχνει συλλογισμό
τούτη η βιωματική τους συφορά!
Κι όσο πλιότερο την κατανοώ,
του άνεργου συναισθάνομαι τον πόνο
που κλαίει και το κεφάλι του στον τοίχο χτυπά
κι αναφωνεί με δάκρυα στα μάτια του καυτά:

-Ω, Να ’χεις χέρια και να σου λείπει η δουλειά!
Να λείπει ολότελα το ψωμί απ’ τη φαμελιά!
Μες στον χιονιά να λείπει στέγη και φωτιά
Τέτοια ζωή δεν αντέχεται άλλο πια!
Κι όσο αφουγκράζομαι της φωνής του τον βόγκο
και της δικής μου υψώνω τον τόνο:
Ω, Θεέ μου σπλαχνίσου κι αυτόν κι όλη του τη φαμελιά. 
  
Κι απευθυνόμενη σ’ «ειδήμονες» «δεξιά κι αριστερά»
ρωτώ: - Μη και δεν αξίζουν όλοι οι άνθρωποι στη γη
μια καλύτερη ποιότητα σ’ αυτή τη ζωή
τόσο σ’ επίπεδο βιοτικό
κι άλλο τόσο σε πολιτιστικό;
Ποιος απ’ όλους μες την κοινωνική συνοχή
το δάκρυ των πεινασμένων παιδιών σαν δει
θα τρέξει να το σφουγγίσει;
Με καλούδια κι αγαθά τ’ άδειο τραπέζι ποιος απ’ όλους θα γεμίσει;
Στ’ ανήλιαγα, ποιος λίγο φως θα σκορπίσει;
Ποιος μ’ ελπίδα τη καρδιά της φαμελιάς θα φορτίσει;
Ποιος για δουλειά μια πόρτα θ’ ανοίξει;

Μη και μίλησα ως τώρα όμως ψιθυριστά
κι απόκριση δεν έφτασε στ’ αυτιά μου ακόμη καμιά
απ’ αυτούς που φορούν «στολές» με χρυσά κουμπιά,
απ’ εκείνους που κρατούν θύρσους καμαρωτά,
κι απ’ τους άλλους που σκορπίζουν ευλογίες από μακριά;
Α, κατάλαβα! Μίλησα στο «πουθενά»
Κι η σιωπή τους μου λέει, τί μου λέει;
Την ίδια επωδό.
Πως δεν πρέπει να τους ενοχλώ!
Μα εγώ με την ψυχή μου να κλαίει
από κοντά όσο κοιτώ
όλους αυτούς τους άμοιρους θνητούς
π’ ανελέητα δέρνονται
απ’ το ραβδί της ανεργίας,
ω, πόσο ντρέπομαι
για τα χτυπήματα που δέχονται!

Νοιώθω τον πόνο τους τον ανυπόφορα δυνατό
και για την μοίρα τους όσο κι αν αγανακτώ,
-επικαλούμενη της Θεϊκής ευσπλαχνίας-
τί να δικαιολογήσω και πώς να τους το πω!
Πώς η τύχη τους καθορίζεται απ’ τα «τερτίπια» της εξουσίας
κι εξαρτάται απ’ τα «κέφια» της πλουτοκρατίας
αυτής που ιδιωτεύει μετά κραιπάλης κι ευωχίας;....
Κι άλλο τόσο από δομημένους κοινωνικούς θεσμούς,
που ενώ φέρουν «ετικέτες Προνοίας»
ακολουθούν «βραδυπορίας» ρυθμούς;. …..