Τετάρτη 18 Ιουλίου 2012

Μη και ψέμματα είναι;




             Μη και ψέματα είναι;


Τι κι αν μεγαλώνουν οι άνθρωποι της γης
κι ο χρόνος άπληστα ρουφά κάθε ικμάδα ζωής;
Τί κι αν οδεύουν σταθερά προς το κατώφλι της θανής
και στην πορεία ένα-ένα πέφτουν τα φτερά;

Ηδονόφιλος ο νους νυχτοπερπατητής,
με μάτια μεθυσμένα πάνω σ’ άστρινο χαλί γλιστρά.
Κι η καρδιά, ω! των ανθρώπων η καρδιά
το ρυθμικό της χοροπήδημα δεν σταματά
όσο δονείται απ’ του κόσμου την ομορφιά.

Ούτε κι η ψυχή, αιχμάλωτη στο κορμί
εγκαταλείπει τις ανάγκες της στο νόμο της λογικής.
Για τ’ ανοικτά ψηλώματα πάντα διψά,
πέρα κι απ’ τα σύννεφα τα επτά
κι όλο και κάτι την τραβάει πιο πάνω, πιο ψηλά.

Α! Ποτέ δεν ησυχάζουν οι άνθρωποι της γης.
Ούτε και σα γερνάνε
και καταλαγιάζουν του κορμιού οι ορμές
και στο νου σωπαίνουν μία-μία οι φωνές!
Όμως μη και ψέματα είναι, όπως τα χρόνια περνάνε,
πως δεν παύουν σύντροφο δίπλα τους ν’ αναζητάνε;

Ένα αντιστήλι να ’χουνε, στο περπάτημα ν’ ακουμπάνε;
Ν’ ανοίγουν μαζί το πιθάρι της μνήμης και μ’ ίδια χροιά φωνής 
για «ασημένια» ονείρατα να μιλάνε.
Και μες απ’ ένα χάδι ανάσας ζεστής,
μες απ’ ένα σμίξιμο αγκαλιάς τρυφερής,
χρυσόσκονη παραμυθιών ζωής,
γύρω τους ν’ απλώνουν και να σκορπάνε….

Απ' την ανέκδοτη ποιητική συλλογή μου "Στον δρόμο του ενός"

Δευτέρα 16 Ιουλίου 2012

Τα γηρατειά


                       Τα γηρατειά

Οι γέροντες, ζωής απόμαχοι πια
δεν ζητάνε φίλοι μου πράγματα πολλά.
Τίποτε από κείνα που να μας κοστίζει ακριβά
Ψωμί ζητούν, ένα κρεβάτι, του ήλιου την ζεστασιά.
Ένα χάδι, ένα φιλί, ένα σμάρι γύρω τους από παιδιά.

Να παίζουν μαζί τους, να τα κάνουν να γελούν.
Ψίθυρους περασμένης ζωής
να τους τραγουδούν.
Για τη γεύση της γης
με των λουλουδιών την ευωδιά να τους μιλούν,
τον αέναο κύκλο των εποχών να τους ιστορούν.

Μα ω, του σύγχρονου κοινωνικού μας ύφους!
Πόση απέχθεια τρέφει για τα γηρατειά!
Τόση που φθάνει ως τα όρια του μίσους!
Κι ενώ οι γέροντες πράγματα δεν ζητούν πολλά
ω, το ανάλγητο του κυνικού μας ήθους!

 Μας ενοχλούν και δεν τους θέλουμε πια
και στην εξορία τους καταδικάζουμε αυταρχικά!
Δίχως αίσθηση καταισχύνης
όσο γίνεται από κοντά μας τα διώχνουμε πιο μακριά.

Κι ω, το απύθμενο της αγνωμοσύνης!
Ενώ έχουν τόση ανάγκη από αγάπη και συντροφιά,
χωρίς έλεος, δίχως ίχνος καλοσύνης
τα εγκαταλείπουμε στην μοναξιά!

Κοιτώ την σύγχρονη ζωή με τη ματιά του ποιητή
κι όσο βλέπω πως οι γέροντες είναι απόντες,  
ω, μια νοσταλγία με πιάνει για τα παλιά
τότε που εκείνοι σεβάσμιοι βρίσκονταν παρόντες

μες της κοινότητας την καρδιά,
με καθορισμένα καθήκοντα επιφορτισμένοι
κι από παιδιά τριγυρισμένοι.   
Άραγε το ’χει κανείς σκεφθεί
και δυνατά να το φωνάξει, να το πει

πως αφότου απ’ το κοινωνικό γίγνεσθαι
τα γηρατειά έχουν εξοστρακισθεί
η κοινωνία μας έπαψε να ’ναι πλέον κοινότητα ζωντανή
και μοιάζει στρατόπεδο, κόλασης μια φυλακή…..  

Απ' την ανέκδοτη ποιητική συλλογή μου "Θέσεις κι Αντιθέσεις"

Σάββατο 7 Ιουλίου 2012

Το μεγάλο φαγοπότι


        Το μεγάλο φαγοπότι


Πόθησα,
ευάερο κι ευήλιο ένα «σπίτι»  να οικοδομήσω.
Και σ’ αυτό δια βίου με την αγάπη συντροφιά
να κατοικήσω.
Κι έχτισα λοιπόν
μικρό ένα σπίτι στου «ήλιου» τη κοιλάδα,
-τ’ όνομά της Ελλάδα-,
μ’ όλα τα παραθύρια του ανοικτά
το βλέμμα να χορταίνει της φύσης την ομορφιά.

Και τριγύρω ένα κήπο έφτιαξα
να τον τρέφει φως και λιακάδα.
Δέντρα φύτεψα καρποφόρα και πολύχρωμα φυτά,
μια κληματαριά κι αγιόκλημα, γιασεμί περικοκλάδα
κι αντάμα κόκκινη αναρριχώμενη μια τριανταφυλλιά.

Τέλος, σαν όλα ήταν έτοιμα
κι ήταν όλα μια ζωγραφιά,
πρόσκληση έστειλα,
να ’λθουν συγγενείς και φίλοι αδελφικοί,
ακόμη και σ’ εκείνους που δεν ήταν πια
και τόσο φιλικοί,
να κοπιάσουν όλοι για της χαράς
που ετοίμαζα τη γιορτή. 

Μεγάλο τραπέζι έστρωσα
στη δροσερή αυλή,
κορφολογώντας απ’ όλα τ’ αγαθά
που δίνει η μάνα γη,
φρούτα ζουμερά και φρέσκα λαχανικά,
ψωμί ζυμωτό κι άφθονο σπιτικό κρασί.

Φόρεμα της Άνοιξης δανείστηκα
κι έντυσα το κορμί
κι άνοιξα διάπλατα τη πόρτα να εισέλθει η ζωή.
Στις φλέβες μου, φλέβες ενός μικρού ποιητή,
Ελπίδας έρρεε, γλυκό παλιό κρασί
πως σα καταφθάσουν οι καλεσμένοι,
φίλοι θα γίνουν ξανά όσοι παρέμεναν κακιωμένοι.

Κι όλη μέρα τον κόσμο περίμενα
στο κατώφλι, χαμογελαστή.
Κι ήλθε το δείλι,
ήλθε η νύχτα με φεγγαριού φεγγοβολή,
ήλθε το ξημέρωμα και της άλλης αυγής,
πήγε μεσημέρι,
μα εκτός από έντομα, γάτες αδέσποτες και σκυλιά
και τα πουλιά που ’χαν στήσει από καιρό φωλιές στα κλαδιά,
δεν φάνηκε να ’ρχεται άλλος κανείς!   

Κι άρχισα φαγοπότι τότε μ’ εκείνα παρέα μαζί  
και συντροφιά με τον ήλιο, ήπιαμε όλο το κρασί!
Και μέθυσα κι έκλαψα με παράπονο ψυχής.
Μα κάπου ένοιωθα πολύ ευτυχής
μια και χόρτασαν αυτά που είχαν ανάγκη τροφής.

Κι όπως φτερούγιζαν πάνω μου τα πουλιά
και κάποια κάθονταν επί της κεφαλής
τιτιβίζοντας νότες ευχαριστήριας μουσικής,
κι άλλα γύρω μου σχημάτιζαν κύκλο ανοικτό,
τότε, αδέσποτα ζωντανά,
πετούμενα τ’ ουρανού κι εγώ,
αυθόρμητα ξεσηκωθήκαμε και στήσαμε χορό,
έναν απερίγραπτο ζωής ξέφρενο χορό
κάτω απ’ τον ήλιο το φλογερό!
    





Τρίτη 3 Ιουλίου 2012

ΤΟ ΜΙΣΑΝΟΙΚΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΙ



       Το μισάνοικτο παραθύρι


Στα πρώτα της Ανατολής μου ροδίσματα,
ολάνοιχτο του «σπιτιού» ήταν το «παραθύρι».
Κι αγναντεύοντας μια το «πολύαστρο του αιθέρα»
και μια του κόσμου γύρω μου το ακατάπαυστο πανηγύρι
βροντοχτυπούσε η καρδιά μ’ ερωτικά σκιρτήματα  
κι ο νους περιστέρι λευκό 
ξάνοιγε τα φτερά του κι υπερπηδώντας κενά του αέρα
στο πέλαγο ταξίδευε τ’ ουρανού το γαλανό.
Κι η ψυχή, ω, νιογέννητο άστρο η ψυχή,
Έπλεε παιχνιδίζοντας με του φωτός τα κύματα
και ραντισμένη απ’ τ’ αυγινά της δροσιάς φιλήματα,
ευχαριστήριο άσμα έψαλε στη ζωή

Μα τώρα το «παραθύρι» πώς το ’χει ο χρόνος «σκεβρώσει»
και «τρίζει» στ’ άνοιγμά του μ’ ήχους στριγκής φωνής!
Λες και χάθηκαν οι καλοί «τεχνίτες» από προσώπου γης,
και δεν βρήκα «μάστορα» ως τώρα, ικανό να το επιδιορθώσει.
Κι ο «βοριάς» στις γρίλιες του που ‘χει σκαλώσει
Αχ, δεν μερώνει, δεν σταματά να φυσάει μ’ ορμή
και διάπλατα να ’ναι ανοικτό, δεν τ’ αφήνει στιγμή.

Στην κόντρα του όμως πεισμώνω κι εγώ.
Κι αντιπαλεύοντάς την κάθε πρωί
όλη μέρα «στηρίγματα» βάζω μ’ απαντοχή,
ώστε απ’ τ’ άνοιγμά του το μισό 
του «ήλιου» να ’χουν πρόσβαση δέσμες φωτός
και τρέχω μ’ ανοιχτή αγκαλιά να τις καλοδεχθώ
του «σπιτιού» να ζεστάνω το εντός.

Κι έτσι σ’ ό, τι «βρέχει» ο Ουρανός,
ακόμα κι αν μπουμπουνίζει κι αστράφτει, να μην φοβηθώ
στον κρότο που κάνει ο κάθε κεραυνός,
αλλά μ’ εμπιστοσύνη το ουράνιο τόξο του να καρτερώ   
Και μες απ’ το «παγκόσμιο και το μερικό»,
σ’ ό, τι κουβαλάει και φέρνει ο χρόνος,
ζωής να ’μαι αποδέκτης αλλά και ζωής πομπός.

Ακόμα κι αν βαρύνεται υπέρμετρα και γέρνει ο ώμος
όσο ξανοίγεται μπροστά μου ο «δρόμος»,
σ’ ονείρων υψιπετή φτερουγίσματα, μ’ οίστρο ποιητικό,
μες απ’ το παραθύρι μου το μισ’ ανοικτό
να φεύγουν οι στοχασμοί μου ιχνηλάτης-προπομπός,
στ’ αχνάρια που μου δείχνουν σταθερά να πετώ.
Κι ακούγοντας την φωνή της καρδιάς, να τ’ ακολουθώ
για να μαθαίνω τί προστάζει ο αρχέγονος νόμος,
ώστε να μπορώ με τις αλήθειες του να ζω
σαν Άνθρωπος «καλός κι αγαθός»…..