Πέμπτη 21 Ιουνίου 2012

Στου αφρού τ' άκρα


Στου αφρού τ’ άκρα


Λες και ξεδιπλώθηκε σκοτεινός ένας μανδύας
που περιτύλιξε την οξυδερκή του νου μας ικανότητα!
Κι εκεί που ζούσαμε καλά την απλή μας καθημερινότητα
μ’ αξιοπρέπεια, φαντασία και δημιουργικότητα
λες και φορέσαμε όλοι γυαλιά μυωπίας
κι όταν «πύργους και παλατάκια» ονειρευτήκαμε
δεν είδαμε πως εμπλακήκαμε
σ’ οδούς απληστίας.
Κι ούτε καν αντιληφθήκαμε
την οδυνηρή πραγματικότητα
πως πάνω σε κινούμενη άμμο τελικά τα χτίσαμε.

Ω! το Μεγαλείο στην αθλιότητα!  
Και καθόλου περίεργο αυτό που συνέβη στην Ανθρωπότητα
ούτε είναι τυχαίο το «σήμερα» της ανήκουστης δοκιμασίας
που βιώνουμε όλοι με ζωής σύγχυση και πλήρη αβεβαιότητα!
Υποβόσκοντας, με κουβέντες μισές και διαρκείς σιωπές,
εγκυμονούσε ήδη απ’ το χθες
και καθρεπτιζόταν καθαρά
πως γερά δεν κρατήσαμε στα χέρια μας τα κουπιά,
όταν μ’ ούριο άνεμο αισιοδοξίας
πάνω σε μονόξυλο για βάρκα ένας-ένας αρμενίσαμε
ιδιωτεύοντας σ’ ωκεανούς ευδαιμονίας

Μα τώρα π’ άνοιξαν του Αιόλου οι ασκοί
κι οι «άνεμοι» που ξεχύθηκαν ορμητικοί
μας βρήκαν μεσοπέλαγα κι αντάριασαν τα προβλήματα
που θεριεμένα πάνω μας ξεσπούν απανωτά κύματα
ω, πώς χάσαμε τα κουπιά μες στη ταραχή!.... 
Και με το μυαλό θολωμένο, σ’ έκρηξη απελπισίας
πέσαμε απ’ το μονόξυλο που ’χαμε για βάρκα!
Κι ιδού! Όμοια «χελιδονόψαρα», με κομμένη ανάσα
σαν διέξοδο σωτηρίας
στ’ αφρού όσο πηδάμε τ’ άκρα…..
εκεί απογινήκαμε πλούτος άφθονης λείας
σ’ αγκίστρια κερδοσκοπίας!     

Τετάρτη 13 Ιουνίου 2012

Μια καθημερινή τραγωδία....



  Μια καθημερινή τραγωδία....

Έχω στο νου μου αρκετό υλικό είναι η αλήθεια,
εξωφρενικά για να γράψω παραμύθια
όπου όλα, μες από θύελλες και συφορές,
βαίνουν κατ’ ευχή τελικά
κι όλοι οι πρωταγωνιστές
ευτυχισμένοι ζούνε στο τέλος καλά.

Μα πώς ωραία να γράψω παραμύθια
όταν ο εξαναγκασμός των πολλών σ’ ανεργία
σαν αγκάθι μου σουβλίζει πέρα ως πέρα τα στήθια!
Μη και δεν έχουν όλοι δικαιώματα πάνω στη γη
σ’ ευκαιρίες για δουλειά, να κάνουν προκοπή,
του καθενός να πάει μπροστά η διαδρομή;

Και πώς να παραβλέψω την πολιτική αδιαφορία
για την δική τους ανερμάτιστη δοκιμασία
αυτή που ολοφάνερα στα μάτια μου μπροστά
εκτυλίσσεται καθημερινά!
Και μες στην απρόσωπη των ημερών μας κοινωνία,
πώς να μην επικεντρωθώ και στην ανείπωτη τραγωδία
εξ αιτίας της αναδουλειάς που διαδραματίζεται σιωπηλά,
μες σε σοφίτες κι υπόγεια σκοτεινά
όπου μόνο η απελπισία
κι η απόγνωση παραμιλά!

Ω, σε πόσο βαθύ με ρίχνει συλλογισμό
τούτη η βιωματική τους συφορά!
Κι όσο πλιότερο την κατανοώ,
του άνεργου συναισθάνομαι τον πόνο
που κλαίει και το κεφάλι του στον τοίχο χτυπά
κι αναφωνεί με δάκρυα στα μάτια του καυτά:

-Ω, Να ’χεις χέρια και να σου λείπει η δουλειά!
Να λείπει ολότελα το ψωμί απ’ τη φαμελιά!
Μες στον χιονιά να λείπει στέγη και φωτιά
Τέτοια ζωή δεν αντέχεται άλλο πια!
Κι όσο αφουγκράζομαι της φωνής του τον βόγκο
και της δικής μου υψώνω τον τόνο:
Ω, Θεέ μου σπλαχνίσου κι αυτόν κι όλη του τη φαμελιά. 
  
Κι απευθυνόμενη σ’ «ειδήμονες» «δεξιά κι αριστερά»
ρωτώ: - Μη και δεν αξίζουν όλοι οι άνθρωποι στη γη
μια καλύτερη ποιότητα σ’ αυτή τη ζωή
τόσο σ’ επίπεδο βιοτικό
κι άλλο τόσο σε πολιτιστικό;
Ποιος απ’ όλους μες την κοινωνική συνοχή
το δάκρυ των πεινασμένων παιδιών σαν δει
θα τρέξει να το σφουγγίσει;
Με καλούδια κι αγαθά τ’ άδειο τραπέζι ποιος απ’ όλους θα γεμίσει;
Στ’ ανήλιαγα, ποιος λίγο φως θα σκορπίσει;
Ποιος μ’ ελπίδα τη καρδιά της φαμελιάς θα φορτίσει;
Ποιος για δουλειά μια πόρτα θ’ ανοίξει;

Μη και μίλησα ως τώρα όμως ψιθυριστά
κι απόκριση δεν έφτασε στ’ αυτιά μου ακόμη καμιά
απ’ αυτούς που φορούν «στολές» με χρυσά κουμπιά,
απ’ εκείνους που κρατούν θύρσους καμαρωτά,
κι απ’ τους άλλους που σκορπίζουν ευλογίες από μακριά;
Α, κατάλαβα! Μίλησα στο «πουθενά»
Κι η σιωπή τους μου λέει, τί μου λέει;
Την ίδια επωδό.
Πως δεν πρέπει να τους ενοχλώ!
Μα εγώ με την ψυχή μου να κλαίει
από κοντά όσο κοιτώ
όλους αυτούς τους άμοιρους θνητούς
π’ ανελέητα δέρνονται
απ’ το ραβδί της ανεργίας,
ω, πόσο ντρέπομαι
για τα χτυπήματα που δέχονται!

Νοιώθω τον πόνο τους τον ανυπόφορα δυνατό
και για την μοίρα τους όσο κι αν αγανακτώ,
-επικαλούμενη της Θεϊκής ευσπλαχνίας-
τί να δικαιολογήσω και πώς να τους το πω!
Πώς η τύχη τους καθορίζεται απ’ τα «τερτίπια» της εξουσίας
κι εξαρτάται απ’ τα «κέφια» της πλουτοκρατίας
αυτής που ιδιωτεύει μετά κραιπάλης κι ευωχίας;....
Κι άλλο τόσο από δομημένους κοινωνικούς θεσμούς,
που ενώ φέρουν «ετικέτες Προνοίας»
ακολουθούν «βραδυπορίας» ρυθμούς;. …..



Οι "επιτήδειοι"



                       Οι «επιτήδειοι»



Απανταχού στην ανθρωπότητα υπήρξαν εποχές
που γεννήθηκαν μεγαλόψυχες φύσεις, πνεύματα εκλεκτά
κι ηγέτες τον κόσμο κυβέρνησαν μ’ αρετών αρχές.
Ερευνούσαν στάσεις και θέσεις σε ζωής σκοπούς
δίχως ηχηρούς εντυπωσιασμούς
Μελετούσαν συνδυασμούς κι αντιθέσεις μεθοδικά
κι ήρεμα συλλογισμούς διαμόρφωναν μεγαλοφυείς. 
Και μες τους λογής αγώνες στην αρένα της ζωής
πράξεις τα έκαμαν υπέροχες με θαυμαστούς ηρωισμούς
παλεύοντας στήθος με στήθος ενάντια στο «σκότος» της γης.

Ω, Μπροστάρηδες να ’ναι στις τύχες των λαών
πόσο σπανίζουν σήμερα τέτοιες μορφές ηγετών!
Κι ενώ τρίζουν τα θεμέλια της κοινωνικής συνοχής,
στον στίβο της Πολιτικής ζωής γίνεται, το έλα να δεις!
Και τώρα φίλε μου, τι να σου πω και τι να μου πεις;
Όταν υπονομεύονται οι άξιοι κι ικανοί,
όταν παραμερίζονται οι καλοί
Ισορροπία στ’ αλήθεια,
πώς να θεμελιωθεί κοινωνικής ζωής
έτσι ώστε όπως η γη εκπληρώνει τον δικό της νόμο,
έτσι κι ένας έκαστος να μπορεί στον δικό του δρόμο;
Και πώς η «μέρα» ν’ αγκαλιάζει την «νύχτα» και να της λέει ευθύς:
-«θα πεθάνω τώρα με σένα κι ύστερα μαζί μου θ’ αναστηθείς»,  
όταν «εξυπνάκηδες-ψευδολόγοι» επιπλέουν συνεχώς στην κορυφή
«επιτήδειοι», όμοια σαν τους φελλούς,
π’ ονομάζουν εαυτούς, «άνδρες πολιτικούς»!...

Και σαν αρχίζει ο «χορός», το πανηγύρι καλά κρατεί  
με τους «επιτήδειους» να κανοναρχούν πρώτοι στη γραμμή!...
Και μεριμνώντας δια εαυτούς, δεν ενδιαφέρονται καθόλου
για το «αύριο» της ανθρωπότητας και την πρόοδο του συνόλου.
Κι ώσπου ν’ αρπάξουν τα ηνία και στης εξουσίας να καθίσουν τα θρονιά
ω, της ειρωνείας! Πώς συνεπαίρνουν του Κόσμου τους λαούς
με λόγια ωραία, λόγια θαυμαστά!
Και, λέγε-λέγε, των λαών φουσκώνει ο νους
πως τάχατες θα πάνε μπροστά…
πως τη θάλασσα θα πάρουν ανοικτά…
και σαν τον Κολόμβο θα τραβήξουν μακριά, μακριά….
μια νέα ηλιοφώτιστη ν’ ανακαλύψουνε γη,
όμοια σαν την ονειρική «Αμερική»!
Και πως τότε τα έργα των λαών και τ’ όνομά τους πια
τιμημένα θ’ ανήκουν στην αιωνιότητα!....  


Μα ω, του Κόσμου η πολύ αγαθότητα!
Τόση, που καλόβολος ων, δεν κατανοεί
των πολλών λόγων την κενότητα!
Ούτε ν’ αντιληφθεί
τα γεγονότα που μιλούν τη γλώσσα της αληθείας
απαριθμώντας τις συνέπειες μετά πολλής ευγλωττίας!..
Κι ιδού η ωμή πραγματικότητα!
Στην αντανακλώμενη ζωής καθημερινότητα
στις «στάσεις» των «επιτηδείων» βλέπεις μόνο «μικρότητα»,
στις θέσεις τους άκρα «μετριότητα».
Κι αυτοί θαμπωμένοι απ’ το φως της εξουσίας
μπροστά σε ζωής σπαράγματα και ψυχής κομμάτια
σαν τις κουκουβάγιες στον ήλιο, κλείνουν τα ενοχλημένα τους μάτια.
Και σαν τ’ ανοίγουν κατόπιν, τ’ ανοίγουν απειλητικά.

Ω, «νυκτωδία» εποχής μ’ άμετρη ζωής αθλιότητα!
Όπου κι αν γυρίσω να δω, τούτοι οι « επιτήδειοι» άνδρες τελικά
τ’ αρπάζουν και τα παίρνουν όλα, μα όλα πια,
τα πολύτιμα ζωής αγαθά,
που των ανθρώπων αναπτερώνουν νου, ψυχή και καρδιά.
Κι απ’ τη διάχυτη σκληρότητας ανομολόγητη συμπεριφορά
όσο βλέπω θάνατο και θλίψη παντού, χαμό και βάσανα πολλά,
την Παγκόσμια Ψυχή να πάσχει οδυνηρά,  
στο κεφάλι μου φουρτούνες σηκώνουν οι συλλογισμοί:
- Ω! Αδράνεια δεν επιτρέπεται άλλο πια.
-Ούτε άλλο μοιρολατρική ακινησία στη ζωή χωρά.
-Το μέλλον των λαών θεμελιώνεται μόνο από πνεύματα εκλεκτά.
Πνεύματα όλο φλόγα και περηφάνια, με πάθος για έργα θαυμαστά!
   
Και τότε, μια εξέγερση στοχάστηκα προσωπική!
Γιόμισε  αστραπές η ματιά μου
και με σηκωμένη τη γροθιά μου,
σαν τον αρχαίο γίγαντα, όταν άγγιζε τη Γη,
έγινα όλη ένα θεριό με δύναμη ξεχωριστή!
Και λες κι είχα όλους εκείνους μπροστά μου
τους «επιτήδειους» που του κόσμου λυμαίνονται τη ζωή,
κατάματα τους κοιτάζω
κι αγριεμένο τους φωνάζω:
-Είμαι ολάκερη η Ανθρωπότητα κι όχι άτομο ένα.
Εδώ είμαι και δεν φοβάμαι κανένα….
Και σαν εφορμήσω, τι θαρρείτε;
Στο άπλωμα της γης θα βρείτε σπηλιά να κρυφτείτε;…..

 {απ' την ανέκδοτη ποιητική συλλογή μου "Θέσεις κι Αντιθέσεις"}

The freedom of your youthfull



            The freedom of your youthful


I was looking at you, as you were jumping!
Jumping full of liveliness and carefree,
across to the seashore!
And you were tried to climb on the edge of the wave
which was coming and going on your feet.
Your spontaneous laugh was dispelling life around
and the skies were opened to hear you.
Your blonde curl-hair was fluttering gently
together with the seabirds, to the wind’s caress and kiss!
Your small hands opened to an armful,
as if you were ready to fly!
And the whole universe was only yours!

“Why am I not a bird and don’t I have wings to fly?
 I want to reach the sun, to reach the sky”  
you were asking me, astonished all the time!
And my heart was kicking and fluttering to your shadow,
to your crazy dream, to your joy and life,
to your longing and your haste!

Oh, my child!
As I was looking at you with a great tenderness
I wished, you could carry me away,
with your youthful freedom and your thinking way,
to cover me with your pure dreams azure veil
Just for one moment, into them to be lost,
only just for one time,
to see again the world with your wit and eye
beautiful as it was before!
To be again- because of you- an innocent child!

Oh, my sweat heart, oh, my life,
I wish, you could teach me to learn the song of the sky
this one you have kept deep in your mind!
And then, I will follow the playful dolphins
playing with them, I will be a dolphin with you
up to the surface.

And then, I will try to find thousands of baubles
swimming with blonde mermaids,
deep to the vastness and blue seabed,
to be lost to the primitive womb of life!

Smiling, renewed and re-born I will come back
bringing a lot of colorful fish into my apron,
accountable corals and seashells for you
to decorate your hair, your arms and the neck
in order to hold you here on the earth!

But you are in a hurry
and all the time you are trying your wings to fly.
You are now out of my control!
The only I can do is to say to you,
 a “good luck and good by”!
How your youth can I confine?
You already are growing up!