Δευτέρα 11 Ιουνίου 2012

Να μ' έκανες Θεέ μου ποιητή!



       Να μ’ έκανες Θεέ μου ποιητή!

Πριν ακόμα φέξει, στου «σπιτιού» μου το παραθύρι,
της «Βαβυλώνας» βάρβαρο ένα-ένα κύμα ξεσπά κάθε πρωί
και το ένα μετά το άλλο, το χαμόγελο της αυγής παρασύρει.
Απ’ της ανθρωποθάλασσας το τρεχαλητό
στον κήπο της γης απλώνεται ο κουρνιαχτός, μια γκρίζα γύρη..

Κι ο πρωινός αέρας μ’ αλλεπάλληλες ριπές  
φέρνει κι ακουμπά στο περβάζι χιλιάδες μυρωδιές,
δάφνης και ρίγανης, δυόσμου και βασιλικού ευωδιές
από φαγητά που ψήνονται νωρίς-νωρίς σε πλουσίων σπιτιών αυλές
με μυρωδιές ανάκατες από ιδρώτα μεροκαματιάρηδων, αψιές.   

Μες απ’ το πολυθόρυβο των κυμάτων βουητό,
στον «αφρό» της μεγάλης πόλης της αμαρτωλής
ξεχωρίζω νότες βραχνές, από μουσική μιας αγωνιώδους ζωής.
Χωρίς αρμονία, παράχορδες φωνές μια ζωής πεζής,
δίχως ανασασμό, χωρίς ενόραση για κάποιο ιδανικό,
ζωής που σέρνεται σύριζα καταγής.

Κι όσο το βήμα των ανθρώπων αντικρίζω, το λυγισμένο,
μουδιασμένων μελών βήμα κουρασμένο,
όσο βλέπω δέσιμο χεριών σε ταπεινών έργων τροχό
κι ούτε ένα δάκτυλο στραμμένο προς τον ουρανό
μόνο το βλέμμα προς τη γη συνεχώς στραμμένο,  
χωρίς δίψα φωτός, νυσταγμένο,
το πέρασμα συλλογίζομαι των τελευταίων γενεών.

Εν’ άδοξο πέρασμα δίχως έξαρση ιδανικών
σ’ ένα στίβο γιομάτο «λάσπη» και πλήρη «αγκαθιών».
Χωρίς μια χειρονομία προς τα «ευγενή»,
δίχως σκαρφάλωμα σε κάποια κορυφή.
Κι ο πικρός συλλογισμός, σπίθα φούντωσε στην ψυχή
Κι επιθυμίας άναψε φωτιά δυνατή.

Αχ και να μ’ έκανες Θεέ μου, ποιητή!
Δύτης θα εισχωρούσα στου Κόσμου Σου την ομορφιά!
Κι απ’ τα θαύματά Σου τα ορατά
και τ’ αόρατα που σμίγουν την ακτίνα τους τη χρυσή
με του Σύμπαντος την πλατειά ψυχή,
Έμπνευση θα ’παιρνα και μια ραψωδία θα ’γραφα ξεχωριστή.
  
Απέραντο δάσος τις λέξεις θα ’κανα, μ’ ανθισμένες κορυφές,
να κυματίζουν περήφανα στ’ ουρανού Σου τις απλωσιές
Κι απ’ τους ακίνητους των δέντρων κορμούς
κι απ’ τις ρίζες τις βαθιές
σαν μέλισσα θα ρουφούσα χυμούς.
Χυμούς μ’ ανοιξιάτικες μοσχοβολιές
τις πίκρες να γλυκαίνω της ανθρώπινης ψυχής.
Θα κορφολογούσα ωραίες ιδέες απ’ των δέντρων τις φυλλωσιές
να ντύσω με καλοκαιριού ηλιόχαρες φορεσιές
το γυμνό και κακάσχημο κορμί της ζωής.

Κι ένα μεγαλόπνοο τραγούδι θα ’γραφα ευθύς,
σαν θούριο του Ρήγα ηρωικό!
Και με τη λύρα της Ορφικής ψυχής,
μ’ ανάκρουσμα του Τυρταίου τον παλμό,  
ύμνο θα συνέθετα,
όπου θα ’σμιγα το αιθέριο της αυγής,
τον κρίνο και τ’ αστέρι, τη φλογερή αστραπή,
την ελπίδα και την πίστη πως το «αύριο» θα ’λθει
μ’ όψη περίλαμπρη, φωτεινή.   
Και τότε σαν κορώνα του Ήλιου βασιλική
στης Ζωής την απογυμνωμένη κεφαλή θα τον έθετα!
Κι αν η κάθε του συλλαβή
απ’ την Πόλη ως στην Έρημο ακουσθεί
των λαών να ξεσηκώνονταν τα πλήθη,
ενάντια στων παθών τ’ αγκάθια, στα κακόβουλα ήθη…..
Ελεύθερο το «ευγενέστερο» τ’ ανθρώπου να ξεπηδήσει.

Κι αν από κείνο, φως στη ζωή της γης ξεχειλίσει,
ν’ ανταμώνονται οι άνθρωποι στους δρόμους μ’ αγαθή ψυχή
κι ένας στον άλλον, λέγοντας: εν χορώ:
-«Ας δαμάσουμε
τα κύματα του μίσους που μας δέρνουν στον κόσμο αυτό».
Και τραγουδώντας με τροβαδούρου φωνή,:
-«Άς λησμονήσουμε,
ό, τι μας πλήγωσε στον πόλεμο τον Κοινωνικό»,  
συντεταγμένοι σε κοινή πορεία όλοι μαζί
ν’ αποτινάξουν απ’ τις φορεσιές τους
την αιματόχροη σκόνη της γης.
Κι ύστερα μ’ ανοιχτές τις καρδιές κι αγκαλιές τους
τρανό πανηγύρι να στήσουν, λαμπρή γιορτή ζωής  
και να χορεύουν λεβέντικα όλοι, μ’ ορθή τη κεφαλή…...

 Απ' την ανέκδοτη ποιητική συλλογή μου "Το μισάνοικτο παραθύρι"

Παρασκευή 8 Ιουνίου 2012

Ενθαρρύνσεις


                  Ενθαρρύνσεις


Ω! έχεις χρόνο, διάθεση κι υπομονή φίλε κι αδελφέ,
ν’ ακούσεις κι άλλα που θέλω μαζί σου να μοιρασθώ
απ’ όλα κείνα που μιλήσαμε απόψε η Σελήνη κι εγώ;
Τί κι αν σύννεφα βαριά καλύπτουν συχνά τη γη;
Τί κι αν ο ουρανός μπουμπουνίζει και πέφτουν κεραυνοί;

Τί κι αν φαίνεται πως το Φως της μέρας έχει χαθεί
και πως στη ζωή μας ζοφερή Νύχτα έχει απλωθεί;
Τι κι αν η Ώρα σκορπίζει θάνατο, ή πότε φωτιά και πότε βροχή;
Τί κι αν από καιρό σε καιρό, σείεται απ’ τη ρίζα η γη
και τρέμουν τα βουνά σε Δύση κι Ανατολή;

Η ζωή μας αδελφέ, όπως και της φύσης η ζωή
μπορεί να ’χει τις καταιγίδες της και τους σεισμούς της
Τις φωτιές και τις πλημμύρες, τους θυμούς της  
Έχει όμως και τους αρμονικούς παράλληλα ρυθμούς της,
μες τη συνεχή των πραγμάτων εναλλαγή
να διατηρείται το μέτρο και η χρυσή τομή,
για να επανασυνδέει τους διαλυμένους αρμούς της.
                                               
Κι ενώ αδελφέ μου ξεπεσμένοι τ’ Ουρανού θεοί,
ερχόμαστε δω στη γη
και μ’ Εκείνον τον Έναν δεν κάναμε ακόμη ανακωχή,
ας στηριχθούμε στην αρχέτυπη συγγένειά μας,
                                                          για όλους κοινή.
Κι όσο λαξεύουμε τα σημάδια μας πάνω στους βράχους της γης,
ακόμη κι όταν σκοντάφτουμε ή σερνόμαστε καταγής,
ας μεριμνούμε κατοικία μας να μην είναι η λάσπη κι η σκόνη.
Ούτε κρεβάτι μας, η ερημιά
όπου της μοναξιάς σαν αγριεύουν τα στοιχειά
η ψυχή μας παγώνει.

Ακόμη κι όταν σ’ αγκάθια το κορμί ξεσχίζεται και ματώνει,
ακόμα κι όταν μας καίει αλύπητα του ήλιου η φωτιά
κι η δίψα τα χείλη ξεραίνει και στεγνώνει,
ας στρέφουμε τα μάτια, να κοιτάμε ψηλά!
Δεν είμαστε κομπάρσοι στη ζωή,
αλλά πρωταγωνιστές
κι όλοι έχουμε δυνατότητα σ’ επιλογές
το πώς σε κάποια θα φτάσουμε κορυφή.


Και μου ’πε απόψε η Σελήνη, με λόγια απλά,
λόγια ενθαρρυντικά, γιομάτα σιγουριά: 
- Ω, άνθρωποι, τούτος ο Κόσμος, έχει χώρο για όλους  
και για «Αγγέλους» και για «Διαβόλους».  
Μα όποια μορφή κι αν έχετε, ω, μη το λησμονάτε,
πως του ίδιου Πατρός ήσαστε αγαπητά παιδιά.  
Αναθαρρείτε!
Τα πρόσωπα στο φως της αυγής ξεσκεπάστε!
Χέρι-χέρι όλοι αδελφικά πιαστείτε
κι ό, τι βαραίνει τη σκέψη, από πάνω σας βγάλτε
κι ο ένας στον άλλον αρχίστε να χαμογελάτε!
Ο έναστρος Ουρανός,
ω! Εκείνος ποτέ δεν θα πάψει να σας χαμογελά.
Κι άγρυπνο το Θείο Συνειδητό,
από πάνω σας μ’ ορθάνοιχτη στέκει
την πατρική Του αγκαλιά.  
Στις όποιες δοκιμασίες σας καθοδόν,
ακόμη κι αν η ψυχή σας ναυάγησε στο πονηρό,
αρωγός δίπλα σας παραστέκει.
Βάλσαμο το χάδι Του κι ο λόγος Του παρηγοριά!
Παρηγοριά πως η Ζωή δεν παραμένει
στο νήμα αιώνιας πτώσης κρεμασμένη….. 

 {απ' την ανέκδοτη ποιητική συλλογή μου "Ο καθείς εφ' ω ετάχθη"}

Αυτό ήταν τ' όνειρό μας;





Αυτό ήταν τ’  όνειρό μας;
                                  

Κάποτε, στα χρόνια τα παλιά, ο Κύριος είπε:
«Ειρήνη υμίν. Αγαπάτε αλλήλους».
Μα εμείς, το μήνυμα και τον αντίλαλο της φωνής  Του,
τα πήραμε και ρομφαία τα σηκώσαμε και ξίφος!
Με σημαία τ’ όνομά Του,  αλαζονεία και ύφος,
πολεμήσαμε.
Χωρίς δισταγμό ο ένας τον άλλον μισήσαμε.
Ποτάμι απλόχερα σκορπίσαμε
το αίμα του αδελφού, πάνω στην έκπληκτη γη!

Κι έμεινε άναυδος στη φρίκη ο ουρανός!
Κι αντάριασε τη πλάση ο χαλασμός!
Πού η συμπόνια; Πού η αγάπη; Χάθηκε το φως!
Και πάλι ακούστηκε στο σύμπαν η φωνή Του:
«Εγώ είμαι το φως και η πηγή της αιώνιας ζωής.
Κι όποιος μ’ ακολουθήσει,
μέσα στον χρόνο, ποτέ δεν θα χαθεί».
Κι εμείς, χωρίς δισταγμό, επιλέξαμε το σκοτάδι!
Μας τύφλωνε τ’ ουρανού το φωτεινό σημάδι!
                             
Από λόγια πλανευτικά, κι από μύριες υποσχέσεις
λαοπλάνων οδηγών σαγηνευτήκαμε
και στρατοπεδεύσαμε στον άχρονο χρόνο.           
Αλόγιστα, το «τώρα» λατρέψαμε  και την ύλη μόνο!
Καλοκουρδισμένα στρατιωτάκια, -άπειρες στρατιές-
με παρωπίδες καλύψαμε τις δικές μας ματιές
υπακούοντας τυφλά σε κάθε είδους διαταγές και προσταγές.
Χωρίς δεύτερη σκέψη, τον κήπο της Εδέμ αρνηθήκαμε
και στη γη της Επαγγελίας βαλθήκαμε
άφρονες και μωροί να κτίσουμε τον πύργο της Βαβέλ!

Τί αυταπάτες που τρέφει ο ανθρώπινος νους!
Και πότε γένηκε στο διάβα του αιώνα,
σ’ αυτή τη πλάση, το κτίσμα,
τον Δημιουργό να καταφέρει ν’ αγγίξει,
τ’ ουρανού το προπέτασμα να διαβεί, να ξεπεράσει
και πέρα και πάνω από Εκείνον να τρέξει να φθάσει;
  
Ω, άνθρωπέ μου τι μου λες;
Μάχες κερδίσαμε αρκετές
στον αγώνα να τιθασεύσουμε τη φύση.
Μα γίνηκε «μπούμεραγκ» κάθε μας νίκη
και τον πόλεμο χάσαμε μαζί της τελικά. 
Δεν βρήκαμε ησυχία και τη γαλήνη πουθενά
και στο πλήρωμα του χρόνου, ούτε την ειρήνη
που λαχταρούσε η ανθρώπινη καρδιά.

Κι αρχίσαμε να φτιάχνουμε φωλιές- κλουβιά,
με υλικά την μοναξιά, παρέα την σιωπή
και την σκιά της θλίψης και του φόβου.
Κι όλα μαζί ένα σωρό, τα βάψαμε χρυσή μπογιά!
Και θαμπωθήκαμε!
Και θαμπωμένοι, όμοια μ’ αγρίμια και θεριά,
κει μέσ’ αμπαρωθήκαμε!
                              
Άραγε αυτό ήτανε τ’ όνειρο που ζήλεψε η καρδιά
και τ’ όραμα της σκέψης; του ανθρώπινου νου;
Σφραγίζοντας ερμητικά το μονοπάτι τ’ ουρανού,
με την δική μας θέληση, στο πέρασμα απ’ τη γη 
δέσμιοι να καταλήξουμε στης μοναξιάς τη φυλακή;
Να παγιδέψουμε στην ύλη τη σύντομη ζωή;
Σ’ του «εγώ»τις αυταπάτες να βυθιστούμε το ψέμα,
την ύπαρξή μας να καλύψουμε στης αβύσσου τη σιωπή;
Να εξοστρακίσουμε στο επέκεινα το αθάνατο το πνεύμα;
Πώς καταφέραμε τελικά και σκοτώσαμε την ψυχή μας!
Την ίδια την ζωή μας;


                                        Μάιος    1995


Απ’ την ποιητική συλλογή μου «Σκόρπια Φύλλα»

Πέμπτη 7 Ιουνίου 2012

Σκέψεις και στοχασμοί



-Πιστεύεις στον Θεό; με ρώτησε ένας καλός μου φίλος.
   Ποτέ δεν μου άρεσαν οι προσωπικές ερωτήσεις πάνω σε αυτό το θέμα και δεν  του απάντησα αμέσως. 
   -Λοιπόν; με ξαναρώτησε εκείνος καλοσυνάτα.
   -Είναι πολύ προσωπικό θέμα η σχέση που αναπτύσσει ο άνθρωπος με αυτό που αποκαλούμε «Θεό».….. απάντησα με κάποιον δισταγμό και συνέχισα:
   -Πιστεύω ότι πάνω από εμάς υπάρχει μια υπέρτατη δύναμη στο σύμπαν, γεμάτη ενέργεια. Απρόσωπη. Χωρίς αρχή και τέλος. Αιώνια και αδιαίρετη……. Ασύλληπτη  από τον ανθρώπινο νου. Ότι ένας κόκκος αυτής της δύναμης υπάρχει και μέσα μας…. Ο Θεός, για μένα, είναι Ένας για όλους τους ανθρώπους, οπουδήποτε στη γη!     
   -Ωραία τοποθέτηση! Και πως διαμορφώθηκαν αυτές οι αντιλήψεις σου γύρω από την ύπαρξη του Θεού; είπε.
   -Για μεγάλο χρονικό διάστημα στην ζωή μου ήμουν προσκολλημένη σε ό,τι είχα διδαχθεί για την ύπαρξη του Θεού. Σε έναν «θεό τιμωρό»!... Σε κανόνες λατρείας που μου επέβαλαν να ακολουθώ, γεμίζοντας την ύπαρξή μου με «φόβο» και «ενοχές» για κάθε μου βήμα, για κάθε μου σκέψη… Ακολουθούσα το πλαίσιο συμπεριφοράς και τους κανόνες που επέβαλε η εκκλησία και το κοινωνικό σύστημα να τηρώ….
   -Και τους τήρησες;
   -Μέχρι ένα σημείο, ναι! Πολλές φορές όμως βρέθηκα σε σύγκρουση με τους κανόνες και τον εαυτό μου. Τα «πρέπει» και τα «θέλω»! Αυτή η σύγκρουση με οδήγησε σε σύγχυση… Από κάποιο σημείο και μετά, οι απαντήσεις που έπαιρνα στα λογής ερωτήματά μου δεν με ικανοποιούσαν. Άρχισα να φθάνω στο συμπέρασμα ότι οι άνθρωποι, μέσα στην αδυναμία τους να αντιληφθούν και να συλλάβουν το μεγαλείο και την ύπαρξή του Θεού, τον διαμόρφωσαν και, ας μου επιτραπεί να το πω, τον παραμόρφωσαν, σύμφωνα με τα δεδομένα της χρονικής στιγμής που υπήρξαν και με τα εκάστοτε συμφέροντά τους….
   Είδα ότι μου ήταν όλο και πιο δύσκολο να ακολουθώ ό, τι διδάχτηκα και άρχισα μέρα τη μέρα, μελετώντας και ψάχνοντας να ανακαλύπτω τον Θεό με την καρδιά μου και να βάζω τους δικούς μου κανόνες! Και όσο πιο πολύ «ξεκαθάριζα» στην πορεία μου τί δεν είναι Θεός, τόσο πιο πολύ πιστεύω ότι πλησίαζα και «γνώριζα» τον Θεό!...Μέσα μου θέλω να υπάρχει ο Θεός!....Όχι όμως ο Θεός Τιμωρός αλλά ο Θεός της Αγάπης!…. ο δικός μου Θεός!....
{απόσπασμα από την συλλογή μου «Σκέψεις και Στοχασμοί»}