Τρίτη 5 Ιουνίου 2012

Come and teach me to love



    Come and teach me to love
               

Oh, my beloved fellow-traveler
Whom the figure I hold deep in my heart,
As an amulet, from the beginning of the world,
Motionless, in front of the time-gate
This starry night, I am expecting you.

I am seeking to find the truth up to the stars,
I am asking the wind and the birds to tell me
When my dream will shine,
taking flesh and bones,
When to be a real one,
to fulfill my life?
I had lived so long alone, into the dark
It made me to hate the light and the sun
Without any love and one caress sweet!

Serene, and calm, like the great ocean
Which feeling tired from the perpetual raging of the waves
It is resting calm into the arms of the earth,
I wait you to come through the raining of stars
That is lashing the sky this moment, to see you!
I am searching with uneasy eyes, oh my beloved,
And I am afraid, that the light cannot leave me to find you!

But you taking a bath with luminous bunds,
Oh, my beloved unknown fellow, come
Bringing with you as a present, the last rays
And the magic view of the sun, before its sun-set.
It is time to re-join our lost, trough the eternity, hearts!
And teach me again
for what and how to live,
And lead me once more time
to be in love with the whole world!


Δευτέρα 4 Ιουνίου 2012

Επί τω έργω


              Επί τω έργω



Μπορεί, με φέγγος απ’ ένα χλωμό φεγγάρι,
να ’χω τα μάτια καιρό τώρα καρφωμένα
στην έναστρη ουράνια κορυφή
ποθώντας μες την άπειρη αστροφεγγιά
το γενέθλιο αστέρι μου να ξεχωρίσουν το ένα
Σαν έλθει η ώρα για την μεγάλη φυγή
απ’ το γήινο η ψυχή μου να απελευθερωθεί αμπάρι,
να ξέρει προς τα πού να κατευθυνθεί.

Αλλά, όσο υπάρχω και κινούμαι σ’ αυτή την γη,
σαν εργάτρια ταπεινή στης Ποίησης το αλώνι,
του ότι μπορώ να δουλεύω εκεί, αυτό και μόνο μου αρκεί.
Και μ’ αψήφιστους ρυθμούς βραδιάζει ξημερώνει
μες απ’ τα καλά του Κόσμου και του Σύμπαντος τα ωραία
απ’ ό, τι το χέρι μου σταχυολογεί, 
στη ποδιά της καρδιάς μου σαν τ’ απλώνει
γιορτή και σχόλη δεν φείδεται ο νους
και μ’ ωθεί μ’ ερωτικούς ενθουσιασμούς,
να γράφω είτε για ασήμαντα είτε για σπουδαία.

Και μες απ’ τις απλές, ζωής καθημερινές χαρές
για όσο που φτάνει ο νους, γράφω και για την «Ιδέα»,
με λογιών-λογιών από χρωματισμούς
στη πέννα μου σταλαγματιές..
Κι αν κάποια στιγμή απ’ τη πέννα μου θλίψη στάζει
δεν είναι απ’ την ακατάπαυστη των ωρών δουλειά.
Ίσως είναι η λύπη που ο χρόνος κυλάει πολύ γοργά
κι η ώρα του μισεμού για το ταξίδι χωρίς γυρισμό πλησιάζει.
Μπορεί να ’ναι και το παράπονο ίσως του ποιητή
πως όλα εκείνα που πηγάζουν μες απ’ την καρδιά
κι όπως ξεχύνονται με χείμαρρου ορμή
δεν θα προλάβει το χέρι του ν’ αφήσει στο χαρτί.

Ω, το πρόσκαιρο στη γήινη ζήση!
Μ’ ακολουθώντας τ’ οδόσημο που δείχνει
 «απ’ Ανατολή προς Δύση»  
όσο διασχίζω του «Αύριο» την Μεγάλη Οδό,
βιώνοντας την καθημερινότητα μου
στρέφομαι πρωί και βράδυ προς τον Ουρανό
και του μιλώ με φωνή που βγαίνει απ’ την καρδιά μου
τί βλέπω, τί φοβάμαι, τί αγαπώ!
Τί συλλέγω, τί αφήνω, τί χάνω στον Κόσμο αυτόν που ζω!
 
Κι απ’ εκείνα που μαθαίνω και μ’ αγκυλώνουν,
θλίψεις και πόνους καταγράφω, ζωής καταιγίδες.
Απ’ ό, τι πιότερο αγγίζουν την ψυχή μου και την ματώνουν,   
ξεδιπλώνω επιθυμίες μου, προτάσσω ελπίδες
κι όνειρα και προσδοκίες μου ιστορώ.
Και πτερόεσσες γραφίδες, 
στον βωμό των Μουσών ακουμπώ
αδίκως για τα όσα πληγώνονται
 και σταυρώνονται,
χάδι από ζωογόνες αχτίδες
του Απολλώνιου Ήλιου να γευθούν.
Κι εγώ αναμένω, σαν τύχει και «κοιμηθούν»
τα μάτια μου όλα να τα δουν,
σαν τον Λάζαρο ν’ αναστηθούν…. 


  Απ’ την ποιητική συλλογή μου «Προσωπογραφίες»

Γιατί να μην γερνάει κι η ψυχή;






      Γιατί να μη γερνάει κι η ψυχή;

                             

Προτού η μάγισσα νύχτα κακιωμένη πλακώσει,
πριν το μεγάλο φάντασμα της Σκιάς φανεί
μ’ ακονισμένο δρεπάνι να με ζυγώσει
και το χαμόγελο του θανάτου που καιροφυλακτεί,
σα μορφή Μέδουσας να με παγώσει,
κάτσε απόψε συντροφιά μου ταξιδιάρικο πουλί,
κάτω απ’ αυτή του φεγγαριού τη φωτοχυσία.
Είναι τόση γαλήνη εδώ, στην έρημη παραλία!

Όμως μη και δεν το ξέρεις κι εσύ
πως η μοναξιά στης ζωής τη διαδρομή,
είναι αδικία;
Ζύγωσε δίπλα μου λοιπόν των ωρών ν’ αποδιώξω τη μελαγχολία
κι έλα να πιούμε απ’ την ίδια κούπα της Ζωής το κρασί,
να ξεχάσω πως είμαι παραδομένη στης «νύχτας» τη σιωπή
να νοιώσω πως τάχα βρίσκομαι στην χαραυγή.
Με «οίνο και άρτο», θα την βγάλουμε ως το πρωί,
ατενίζοντας απόψε παρέα και συντροφιά μαζί  
του σύμπαντος το πανόραμα!
Ν’ αναπτερωθεί η καρδιά,  σ’ ένα κρυφό μου όραμα!

Κι έλα, με μια να τραγουδήσουμε φωνή,
πρίμο σιγόντο, κομπανία στη γλυκιά μουσική,
τη μουσική της ανόδου μετά τη πτώση στη γη,
που τούτη τη νύχτα αντηχεί,
μα την παίζει κλαίγοντας απόψε,
η ψυχή του τσιγγάνου στο βιολί!

Ας τσουγκρίσουμε τα ποτήρια γεμάτα κρασί
λέγοντας μιαν ευχή
και θα σου πω την αλήθεια που με καίει, πικρή.
Μ’ άλλους ήχους συνοδεία στη διαδρομή, 
λαχταρούσε η ψυχή ν’ αρπίσει στις χορδές της μουσική,
όταν ταξίδευε με της νιότης το ολόλευκο φαρί.
Πώς χαμογελάει γιομάτο φως απόψε το φεγγάρι!
Τούτη η μάγισσα Σελήνη! Πηγή μακαρίων νυχτών,
παιδικής αθωότητας μαξιλάρι,
κι αρχαία φλόγα, ιερών στη ζωή τελετών!
                                                                               
Μήπως σε κουράζω που μιλώ πολύ;
Η «νύχτα» εδώ σιμά μου, κρατάει σε μάκρος!
Ω! Να «ξημερώσει», πόσο αργεί.  
Μα μέχρι να τελειώσει το κρασί και ο άρτος,
ρίξε στη φωτιά κι άλλο δαδί.

Κι όσο είναι ακόμα το φεγγάρι ψηλά στον ουρανό,
άκου’ που θα σου πω ένα μεγάλο μυστικό.
Για ό, τι προσέφερα κι έδωσα, μεγάλη χαρά έχει η ψυχή!
Κι  ό, τι αγάπησα, γινόταν ωραίο! Απίστευτα Ιερό!
Ήταν ατέλειωτα καλό!
                                           
Όμως δεν μου ‘γινε από νωρίς αντιληπτό,
πως αιτία γινόταν αυτό κι ανοικτή μια πληγή,
να υποφέρω μυστικά, μες στη νύχτα μοναχή.
Μη κοιτάς που στον κόσμο το στόμα μου χαμογελάει!
Η φωνή του καθόλου δεν μ’ αρέσει, ούτε σαν τραγουδάει.  
Αξιοπρέπειας έμαθα μια μάσκα να φοράω,
για να κρύβω το πόσο βαθιά μέσα μου πονάω!

Και μη γελάσεις μαζί μου ταξιδιάρικο πουλί,
γιατί ονειρεύομαι ακόμα και ζητώ σαν παιδί,
μιαν αγκαλιά τρυφερή! Ένα χάδι και ζεστό ένα φιλί!
Κι ας ήταν δυνατόν και να μπορούσα,
απόψε τον χρόνο πίσω να γυρνούσα!
Τη νιότη μου απ’ την αρχή
μαζί σου, ταξιδιάρικο πουλί να ξαναζούσα!

Να ’μαι παρούσα σ’ όλα και παντού
με τη γνώση που έχω τώρα μες στο νου!
Α! στ’ αλήθεια και να μπορούσα,
Να τα βάλω με τον χρόνο, θα τον πολεμούσα!
Στα έρωτος κι αγάπης τα θαυμαστά, θ’ ακουμπούσα
και το μονότονο του ρολογιού του τίκι-τακ θα σταματούσα,
να μην αδιάφορα γυρίζει κι αμείλικτα συνεχίζει,
κάθε ώρα και στιγμή, ειρωνικά να μου θυμίζει,
πως το ’χασα το τραίνο της ζωής, από νωρίς!
                                                                                                                   
Πολλά σου είπα, ταξιδιάρικο πουλί!
Και πιο ανάλαφρη νοιώθω, που σου μίλησα τόσο πολύ.
Όμως το ξημέρωμα ροδίζει, η φωτιά αργοσβήνει.
Τέλειωσε ο άρτος και το κρασί.
Τώρα να φύγεις, σίμωσε η ώρα να πετάξεις αλλού. 

Μ’ αν κάπου τον πανδαμάτορα χρόνο συναντήσεις
σεργιανώντας στ’ άπλωμα τ’ ουρανού 
κι αν τον σταματήσεις μια στιγμή,
ρώτησέ τον αν μπορεί να σου πει:
Γιατί ενώ φθείρει το κορμί και το γερνάει,
την ψυχή, ω την ψυχή την ξεχνάει,  
ούτε καν την αγγίζει, την προσπερνάει!
Κι αυτή, όπως νέα παραμένει και ζωηρή,
μια αναβλύζουσα χιλίων ονείρων πηγή,
δεν παύει τα έρωτος κι αγάπης απ’ τη ζωή
διαρκώς ν’ αποζητάει.                                          

Σαν με βρήκε η αυγή...



      Σα με βρήκε η αυγή
                                  

Ολόφωτους χρόνους σε θάλασσα χαράς αρμενίζαμε.
Και στο πέλαγος της ζωής, το γαλανό,
τα σημάδια μας σταθερά καθορίζαμε.
Κι ήταν μεγάλο το σκαρί της νιότης μας και γερό.
Φουσκωμένα τα πανιά κι εμείς οι δυο,
πότε δελφίνια και πότε πουλιά
πάνω στα κύματα γλιστρούσαμε.
                                    
Ω! Κάθε στιγμή πώς τη γλεντούσαμε!...
Σαν μικρά παιδιά χαμογελούσαμε
στα μάτια ο ένας τον άλλον όπως κοιτούσαμε!...
Ενωμένα τα χέρια κουνούσαμε,
πάνω στο δρόμο ήσυχα κι ανέμελα,
σαν περπατούσαμε!

Αγκαλιά, στ’ ουρανού τ’ αστέρια τραγουδούσαμε, 
της γης νιογέννητο αστέρι αγάπης κι οι δυο, φωτεινό
και την ευτυχία μας ξεφωνίζαμε στο φεγγάρι το λειψό!
Άδολες ψυχές, στο μαργαριταρένιο φως των δειλινών
μέλι και νέκταρ μοιραζόμασταν απ’ τη τροφή των θεών! 
                                        
Μα εκεί που αλάλαζαν οι ξάστερες νύχτες
με το φωνοκόπημά μας,
γοργόνα-στιγμή ζήλεψε κι έκλεψε τη χαρά μας!
Με πονηριά κύλησε ανάμεσά μας
και στήθηκε αντικρύ.

Κι οι ασπασμοί σου
έγιναν πλέον ασπασμοί του μαθητή
που πρόδωσε τον Δάσκαλο νύχτα σκοτεινή!
                                     
Φουρτούνα σηκώθηκε, τσακίστηκε το σκαρί!
Μια κραυγή! Πατώσανε συντρίμμια τα όνειρά μου.
Έπεσε απόλυτη γύρω μου σιωπή!
Σκιάχτηκε η καρδιά μου!
Και σαν ολομόναχη γύρισα στην ακτή
όλο το υπόλοιπο της νύχτας φυλλορροούσε η ψυχή
ταξιδεύοντας στα περασμένα.

Κι όσο έπλεα σ’ αυτό το ταξίδι το θολό,
σαν να λέμε, στον θάνατο ή και στο μέλλον συγκεχυμένα,
μ’ ακατανόητο συναίσθημα βασανιστικό,
οι ιδέες έπαιρναν τρομακτικές διαστάσεις στο μυαλό,
ανοίγοντας φιδίσιο δρόμο στης συνείδησης το παρόν.
                                        
Μα σαν με βρήκε η αυγή,
μετέωρη στης ζωής το πλαίσιο το υπερβατικό,
να ‘χω χαράξει ένα μεγάλο μηδενικό,
μυστική  εντός μου ζεστή φωνή
μου ψιθύρισε πως, κάπου αλλού η ψυχή
την αγάπη θα βρει τη ξεχωριστή,
που μαζί της να συντονισθεί
στου κόσμου την αέναη μουσική!

Απ’ την ποιητική συλλογή μου «Λυρικές Μονωδίες»