Παρασκευή 6 Απριλίου 2012
Σάββατο 30 Ιουλίου 2011
…..Έστω και μια στάλα…
Ως «ξένος» ήλθες στη ζωή μου
στον δρόμο του ενός να βαδίσεις μαζί μου.
Θάρρεψα, συνοδοιπόρος πως θα ’σουν καλός,
σαν ηλιόφωτος ουρανός
και σαν ομογάλακτη σ’ αγάπησα ψυχή.
Μα λες κι ήσουν γέννημα καταστροφής
και στη ζωή μου σαν την κακιά έπεσες βροχή.
Κείνη τη βροχή που δεν την περιμένει κανείς
και τη φοβάται, την τρέμει ο κόσμος τη γης
γιατί σαπίζει των χωραφιών τις σπορές.
Κι ω, για ζωής ονειρεμένες χαρές
στα τόσα ταξίματα, όρκους κι υποσχέσεις πολλές
που ’δωσες ώσπου να γίνεις ο σύντροφός μου,
όταν εσκεμμένες αποδείχτηκαν όλα ψευτιές
σαν λούλουδα μαραμένα,
χιλιάδες φιλιά φαρμακωμένα,
έχει τόσο παράπονο συσσωρευτεί εντός μου
που θα χρειαζόμουν αλήθεια δυο ζωές
και στα χέρια μια πελώρια κουτάλα - βοηθός μου-
να τ’ αδειάσω απ’ της καρδιάς τις δεξαμενές.
Όμως πιστή σε ζωής προδιαγραφές
«ουκ αν συνέχθειν αλλά μάλλον φιλείν»
θέλω να ξέρεις πως άνθρωπο επί γης
δεν έχω μισήσει ως τώρα κανένα.
Ούτε ακόμη κι εσένα
που ως «ξένος» ενώ ήλθες στη ζωή μου
κι αγαπήθηκες τόσο άδολα και πολύ,
εσύ έπαιξες πονηρά μαζί μου!
Ω, μη ξαφνίζεσαι, μην απορείς!
Άκου τί σου λέει της ψυχής μου το στόμα:
-Ως του μίσους τη σκάλα
για να φθάσει κανείς
πρέπει ν’ αγαπάει ακόμα…
ν’ αγαπά έστω και μια στάλα….
Ως «ξένος» ήλθες στη ζωή μου
στον δρόμο του ενός να βαδίσεις μαζί μου.
Θάρρεψα, συνοδοιπόρος πως θα ’σουν καλός,
σαν ηλιόφωτος ουρανός
και σαν ομογάλακτη σ’ αγάπησα ψυχή.
Μα λες κι ήσουν γέννημα καταστροφής
και στη ζωή μου σαν την κακιά έπεσες βροχή.
Κείνη τη βροχή που δεν την περιμένει κανείς
και τη φοβάται, την τρέμει ο κόσμος τη γης
γιατί σαπίζει των χωραφιών τις σπορές.
Κι ω, για ζωής ονειρεμένες χαρές
στα τόσα ταξίματα, όρκους κι υποσχέσεις πολλές
που ’δωσες ώσπου να γίνεις ο σύντροφός μου,
όταν εσκεμμένες αποδείχτηκαν όλα ψευτιές
σαν λούλουδα μαραμένα,
χιλιάδες φιλιά φαρμακωμένα,
έχει τόσο παράπονο συσσωρευτεί εντός μου
που θα χρειαζόμουν αλήθεια δυο ζωές
και στα χέρια μια πελώρια κουτάλα - βοηθός μου-
να τ’ αδειάσω απ’ της καρδιάς τις δεξαμενές.
Όμως πιστή σε ζωής προδιαγραφές
«ουκ αν συνέχθειν αλλά μάλλον φιλείν»
θέλω να ξέρεις πως άνθρωπο επί γης
δεν έχω μισήσει ως τώρα κανένα.
Ούτε ακόμη κι εσένα
που ως «ξένος» ενώ ήλθες στη ζωή μου
κι αγαπήθηκες τόσο άδολα και πολύ,
εσύ έπαιξες πονηρά μαζί μου!
Ω, μη ξαφνίζεσαι, μην απορείς!
Άκου τί σου λέει της ψυχής μου το στόμα:
-Ως του μίσους τη σκάλα
για να φθάσει κανείς
πρέπει ν’ αγαπάει ακόμα…
ν’ αγαπά έστω και μια στάλα….
Κυριακή 24 Ιουλίου 2011
Επέστρεψε Μεγάλη Μητέρα
Εσύ, η πρωτόπλαστη Γυναίκα σαν ευλογήθηκες
ως η Μεγάλη Μητέρα, ουράνιας ζωής μελίρρυτη πηγή
όμοιο Άστρο έλαμπες της Αυγής
Κι απ’ αρχέγονους χρόνους ποικιλοτρόπως τιμήθηκες
για την φύση σου την θηλυκή.
Και γεννήτρα τ’ Ανθρώπου επί γης,
σαν την Άρτεμη Ελεύθερη περπατούσες
Σαν την Αθηνά με σοφία στα Συμβούλια μιλούσες,
όπου ο λόγος σου ακουγόταν και μετρούσε πολύ
κάθε φορά που ζωής «αταξία»
σε τάξη ανακαλούσες
Εσύ, π’ ανάτρεφες τα παιδιά σου τρυφερά μες την Εστία
για έργα προετοιμάζοντάς τα σπουδαία
αλλά και στρατεύματα σε μάχες διοικούσες.
Στο πλευρό του άνδρα πολεμούσες γενναία
και παράλληλα για τραυματίες μεριμνούσες»
Ω, πού να το φανταζόσουν
πως τα πράγματα θα ’παιρναν με τον καιρό, άλλη τροπή!
Κι από κει που ως Θεά λατρευόσουν
κι η Θηλυκή σου Αρχή έχαιρε σεβασμού και τιμής,
τόσο βάναυσα θα εκθρονιζόσουν
απ’ τους αρσενικούς σου απογόνους!
Κι από τότε όπως χαράχθηκε
στον μεγάλο δρόμο της ζωής
η μετέπειτα των θυγατέρων σου διαδρομή,
η κάθε μια διατάχθηκε
μ’ εντολές από απάνθρωπους νόμους
δυσβάστακτο να σηκώνει φορτίο
αγόγγυστα και σιωπηλά πάνω στους ώμους
την φύση της την θηλυκή
που σαν «αμάρτημα» το κουβαλά, κατάρα δαιμονική,
απ’ τη γέννησή της ως το κατώφλι της θανής.
Λες κι απ’ τον «Αδάμ» τελικά νικήθηκε ο Θεός
κι ο Λόγος του Κόσμου πια έγινε μόνον ο λόγος του ο δικός.
Κι εσένα Μεγάλη Μητέρα «εν ριπή οφθαλμού» σ’ εξαφάνισε
στην ανυπαρξία του μηδενός.
Και της βασιλείας του ο Αιώνας σαν άρχισε,
ω, πόσο ανεξέλεγκτα πλέον κυριάρχησε
στης ζωής τον δρόμο!
Και πότε για αλήθειες κι ιδανικά, πότε για αρχές κι αξίες
στ’ όνομα των Ανθρώπων, όπως λάλησε
-και συνεχίζει ακόμα να μιλά είτε μες απ’ τον Νόμο,
είτε μες απ’ τα βιβλία, ή μες στον Ναό ή πάνω στο Βήμα-
των φωνών του ο βρυχηθμός,
ω, ένας κυκεώνας μ’ αξιοθρήνητες βλακείες
πώς αντηχεί ως σήμερα εκκωφαντικός!
Ω, πόσο αγνή ψυχή και πόσο άδολο είχες νου
που την σκευωρία σε βάρος σου δεν ψυλλιάστηκες
όταν στα γλυκόλογα γητεύτηκες του Πονηρού
και στην καλοστημένη παγίδα του πιάστηκες!....
Στο «ου» της εντολής, συνέπειες δεν στοχάστηκες
κι η τόλμη σου ανυπακοής απέβη για σε μοιραία.
Κι από κείνη την εποχή, την αρχαία,
τα πρόσκαιρα βιώνοντας και τα εφήμερα
της τόλμης σου εξαργύρωσες το τίμημα
δεχόμενη τον περίγελο του Κόσμου ως σήμερα.
Μ’ απ’ τους κάμπους της «σκοτεινιάς και της ταπείνωσης»
όπου σ’ απομόνωσαν οι Αιώνες να κατοικείς,
επέστρεψε Μεγάλη Μητέρα στο προσκήνιο πάλι της Ζωής.
Με το «αξόδευτο» της Αγάπης σου χάδι
την ανήμερη να μερώσεις ψυχή του Άνδρα-παιδί.
Σαν Ήλιος λάμψε, σαν άστρο μιας καινούργιας Αυγής
να διαλύσεις το συσσωρευμένο πάνω στη γη σκοτάδι
η ωραιότητα για ν’ αποκαλυφθεί της φύσης σου της θηλυκής.
Κι ανυψώνοντας την κορμοστασιά σου την μεγαλοπρεπή
τα μάγια να καταλύσεις, Ιέρεια θεϊκής εντολής,
απ’ την κατάρα που ’πεσε πάνω στις κόρες σου την δαιμονική.
Και τότε στάσου στο μέσο της Κοσμικής Αυλής
και μίλησε…. μίλησε με της καρδιάς την φωνή.
Κι αν ο Λόγος σου, ο γλυκόλαλα μητρικός, εισακουσθεί,
ίσως κι η «αταξία και η σύγχυση» που στον Κόσμο επικρατεί
με την ορμήνια σου μέρα την μέρα σε «τάξη» αποκατασταθεί.
Απ' την ανέκδοτη ποιητική συλλογή μου "Γυναίκα, ζωής ανθοπηγή"
Εσύ, η πρωτόπλαστη Γυναίκα σαν ευλογήθηκες
ως η Μεγάλη Μητέρα, ουράνιας ζωής μελίρρυτη πηγή
όμοιο Άστρο έλαμπες της Αυγής
Κι απ’ αρχέγονους χρόνους ποικιλοτρόπως τιμήθηκες
για την φύση σου την θηλυκή.
Και γεννήτρα τ’ Ανθρώπου επί γης,
σαν την Άρτεμη Ελεύθερη περπατούσες
Σαν την Αθηνά με σοφία στα Συμβούλια μιλούσες,
όπου ο λόγος σου ακουγόταν και μετρούσε πολύ
κάθε φορά που ζωής «αταξία»
σε τάξη ανακαλούσες
Εσύ, π’ ανάτρεφες τα παιδιά σου τρυφερά μες την Εστία
για έργα προετοιμάζοντάς τα σπουδαία
αλλά και στρατεύματα σε μάχες διοικούσες.
Στο πλευρό του άνδρα πολεμούσες γενναία
και παράλληλα για τραυματίες μεριμνούσες»
Ω, πού να το φανταζόσουν
πως τα πράγματα θα ’παιρναν με τον καιρό, άλλη τροπή!
Κι από κει που ως Θεά λατρευόσουν
κι η Θηλυκή σου Αρχή έχαιρε σεβασμού και τιμής,
τόσο βάναυσα θα εκθρονιζόσουν
απ’ τους αρσενικούς σου απογόνους!
Κι από τότε όπως χαράχθηκε
στον μεγάλο δρόμο της ζωής
η μετέπειτα των θυγατέρων σου διαδρομή,
η κάθε μια διατάχθηκε
μ’ εντολές από απάνθρωπους νόμους
δυσβάστακτο να σηκώνει φορτίο
αγόγγυστα και σιωπηλά πάνω στους ώμους
την φύση της την θηλυκή
που σαν «αμάρτημα» το κουβαλά, κατάρα δαιμονική,
απ’ τη γέννησή της ως το κατώφλι της θανής.
Λες κι απ’ τον «Αδάμ» τελικά νικήθηκε ο Θεός
κι ο Λόγος του Κόσμου πια έγινε μόνον ο λόγος του ο δικός.
Κι εσένα Μεγάλη Μητέρα «εν ριπή οφθαλμού» σ’ εξαφάνισε
στην ανυπαρξία του μηδενός.
Και της βασιλείας του ο Αιώνας σαν άρχισε,
ω, πόσο ανεξέλεγκτα πλέον κυριάρχησε
στης ζωής τον δρόμο!
Και πότε για αλήθειες κι ιδανικά, πότε για αρχές κι αξίες
στ’ όνομα των Ανθρώπων, όπως λάλησε
-και συνεχίζει ακόμα να μιλά είτε μες απ’ τον Νόμο,
είτε μες απ’ τα βιβλία, ή μες στον Ναό ή πάνω στο Βήμα-
των φωνών του ο βρυχηθμός,
ω, ένας κυκεώνας μ’ αξιοθρήνητες βλακείες
πώς αντηχεί ως σήμερα εκκωφαντικός!
Ω, πόσο αγνή ψυχή και πόσο άδολο είχες νου
που την σκευωρία σε βάρος σου δεν ψυλλιάστηκες
όταν στα γλυκόλογα γητεύτηκες του Πονηρού
και στην καλοστημένη παγίδα του πιάστηκες!....
Στο «ου» της εντολής, συνέπειες δεν στοχάστηκες
κι η τόλμη σου ανυπακοής απέβη για σε μοιραία.
Κι από κείνη την εποχή, την αρχαία,
τα πρόσκαιρα βιώνοντας και τα εφήμερα
της τόλμης σου εξαργύρωσες το τίμημα
δεχόμενη τον περίγελο του Κόσμου ως σήμερα.
Μ’ απ’ τους κάμπους της «σκοτεινιάς και της ταπείνωσης»
όπου σ’ απομόνωσαν οι Αιώνες να κατοικείς,
επέστρεψε Μεγάλη Μητέρα στο προσκήνιο πάλι της Ζωής.
Με το «αξόδευτο» της Αγάπης σου χάδι
την ανήμερη να μερώσεις ψυχή του Άνδρα-παιδί.
Σαν Ήλιος λάμψε, σαν άστρο μιας καινούργιας Αυγής
να διαλύσεις το συσσωρευμένο πάνω στη γη σκοτάδι
η ωραιότητα για ν’ αποκαλυφθεί της φύσης σου της θηλυκής.
Κι ανυψώνοντας την κορμοστασιά σου την μεγαλοπρεπή
τα μάγια να καταλύσεις, Ιέρεια θεϊκής εντολής,
απ’ την κατάρα που ’πεσε πάνω στις κόρες σου την δαιμονική.
Και τότε στάσου στο μέσο της Κοσμικής Αυλής
και μίλησε…. μίλησε με της καρδιάς την φωνή.
Κι αν ο Λόγος σου, ο γλυκόλαλα μητρικός, εισακουσθεί,
ίσως κι η «αταξία και η σύγχυση» που στον Κόσμο επικρατεί
με την ορμήνια σου μέρα την μέρα σε «τάξη» αποκατασταθεί.
Απ' την ανέκδοτη ποιητική συλλογή μου "Γυναίκα, ζωής ανθοπηγή"
Κυριακή 26 Ιουνίου 2011
Ω, δοξάστε με, της Οικουμένης τα πέρατα!
Ω, δοξάστε με, της Οικουμένης τα πέρατα…
Από τότε που πλάστηκε ο Κόσμος εκ του μηδενός
κι άρχισε του χρόνου ακάματος να γυρνά ο τροχός
είμαι τ’ ανθρώπινου πνεύματος η σφοδρή επιθυμία
το υπερβατικό αίνιγμα να λύσω της αρχής του Παντός.
Κι απ’ τη γέννησή μου ψάχνω μ’ αγωνία
μες την ομίχλη των αιώνων που κρύβουν την σοφία
δίαυλο προσπαθώντας να βρω
της κοσμικής δημιουργίας ν’ ανακαλύψω την αιτία.
Κι άλλοτε μ’ αγροίκο ένστικτο στο χώμα προχωρώ
κι ερευνώ απ’ άκρη σ’ άκρη τη Γη
κι άλλοτε σ’ ήλιους κι αστέρια πετώ μ’ ένθεη ορμή,
να εισχωρήσω στου Αρχιτέκτονα την ιδιοφυϊα.
Είμαι του ανθρώπινου πνεύματος η ανησυχία,
που τα θαυμαστά βιώνοντας του Κόσμου μεγαλεία
εκφράζω της κατανόησής μου την αδυναμία
και το χώμα ζυμώνοντας με την αιωνιότητα,
μιμούμενο εαυτόν, με τη λάσπη πλάθω θεότητα.
Είμαι όμως και του Ιούδα η προδοσία,
του Πέτρου η άρνηση κι η φοβία,
του Θωμά η δυσπιστία
που τη μια ενστερνίζομαι κι ακολουθώ αλήθειες φωτός,
την άλλη αποδεικνύομαι προδότης και δειλός.
Και σαν αμφιβάλω για της Ανάστασης την ευλογία
ζητώ επιβεβαίωση, με ψηλάφηση χειρός.
Είμαι του ανθρώπινου πνεύματος η διάχυτη ανοησία,
που αντί του «ιλαρού φωτός» την ακτινοβολία,
χίμαιρες επέλεξα, κραιπάλη νυκτός κι ασυδοσία.
Και στης Αγάπης την φλογοβόλο Διδασκαλία
μίσος προέταξα και πολεμική κτηνωδία…..
Είμαι του ανθρώπινου πνεύματος η αλαζονεία,
που έναντι στο «μάνα» ζωής,
ασυστόλως προέταξα την αχαριστία.
Κι αγνώμων, με «νου σκοτία», πήρα στα χέρια το σφυρί
κι έχωσα τ’ απαίσια καρφιά με μανία,
στο άχραντο του «Εκλεκτού» κορμί….
Ω! δοξάστε με, της Οικουμένης όντα
ως του Απείρου τα πέρατα!
Είμαι του ανθρώπινου πνεύματος
η απύθμενη μωρία,
που μ’ ένδυμα την αναλγησία
και κόσμημά μου την ματαιοδοξία
στης ιστορικής οδοιπορίας μου το πέρασμα
δεν υπολόγισα,
ούτε καν συλλογίσθηκα ποινή και τιμωρία,
κι αλόγιστα
πίσω μου άφησα «σημεία και τέρατα»!....
{ Απ’ την ανέκδοτη ποιητική συλλογή μου «Προσήλυτα κι Αμίλητα»}
Από τότε που πλάστηκε ο Κόσμος εκ του μηδενός
κι άρχισε του χρόνου ακάματος να γυρνά ο τροχός
είμαι τ’ ανθρώπινου πνεύματος η σφοδρή επιθυμία
το υπερβατικό αίνιγμα να λύσω της αρχής του Παντός.
Κι απ’ τη γέννησή μου ψάχνω μ’ αγωνία
μες την ομίχλη των αιώνων που κρύβουν την σοφία
δίαυλο προσπαθώντας να βρω
της κοσμικής δημιουργίας ν’ ανακαλύψω την αιτία.
Κι άλλοτε μ’ αγροίκο ένστικτο στο χώμα προχωρώ
κι ερευνώ απ’ άκρη σ’ άκρη τη Γη
κι άλλοτε σ’ ήλιους κι αστέρια πετώ μ’ ένθεη ορμή,
να εισχωρήσω στου Αρχιτέκτονα την ιδιοφυϊα.
Είμαι του ανθρώπινου πνεύματος η ανησυχία,
που τα θαυμαστά βιώνοντας του Κόσμου μεγαλεία
εκφράζω της κατανόησής μου την αδυναμία
και το χώμα ζυμώνοντας με την αιωνιότητα,
μιμούμενο εαυτόν, με τη λάσπη πλάθω θεότητα.
Είμαι όμως και του Ιούδα η προδοσία,
του Πέτρου η άρνηση κι η φοβία,
του Θωμά η δυσπιστία
που τη μια ενστερνίζομαι κι ακολουθώ αλήθειες φωτός,
την άλλη αποδεικνύομαι προδότης και δειλός.
Και σαν αμφιβάλω για της Ανάστασης την ευλογία
ζητώ επιβεβαίωση, με ψηλάφηση χειρός.
Είμαι του ανθρώπινου πνεύματος η διάχυτη ανοησία,
που αντί του «ιλαρού φωτός» την ακτινοβολία,
χίμαιρες επέλεξα, κραιπάλη νυκτός κι ασυδοσία.
Και στης Αγάπης την φλογοβόλο Διδασκαλία
μίσος προέταξα και πολεμική κτηνωδία…..
Είμαι του ανθρώπινου πνεύματος η αλαζονεία,
που έναντι στο «μάνα» ζωής,
ασυστόλως προέταξα την αχαριστία.
Κι αγνώμων, με «νου σκοτία», πήρα στα χέρια το σφυρί
κι έχωσα τ’ απαίσια καρφιά με μανία,
στο άχραντο του «Εκλεκτού» κορμί….
Ω! δοξάστε με, της Οικουμένης όντα
ως του Απείρου τα πέρατα!
Είμαι του ανθρώπινου πνεύματος
η απύθμενη μωρία,
που μ’ ένδυμα την αναλγησία
και κόσμημά μου την ματαιοδοξία
στης ιστορικής οδοιπορίας μου το πέρασμα
δεν υπολόγισα,
ούτε καν συλλογίσθηκα ποινή και τιμωρία,
κι αλόγιστα
πίσω μου άφησα «σημεία και τέρατα»!....
{ Απ’ την ανέκδοτη ποιητική συλλογή μου «Προσήλυτα κι Αμίλητα»}
Σάββατο 18 Ιουνίου 2011
Αν ζούσε ο πατέρας μου ακόμη
Απόψε τον έναστρο ενατενίζοντας ουρανό
καθώς έβλεπα στο αχανές να λαμπυρίζουν οι αστερισμοί
και της ζωής στοχαζόμουν «το χθες, το νυν και αεί»
ξάφνου, δίχως να καταλάβω το πώς,
μια παλίρροια βιωμάτων απ’ του είναι μου το βυθό
ανέβαινε κι ανέβλυζε ορμητική.
Κι όπως απλώνονταν στα μάτια μου εμπρός,
κύματα συναισθημάτων κατέκλυσαν το μυαλό
κι ένοιωθα σάμπως και σε παραίσθηση βρισκόμουν.
Κι όσο με τρέμολο ψυχής αναρωτιόμουν,
ξύπνια είμαι για ονειρευόμουν
μετέωρη στην αθανασία και την φθορά,
άκουγα τύμπανα, σάλπιγγες, κανόνια
να βροντούν στα μάχιμα τ’ ουρανού αλώνια!
Ξεχώριζα, καβαλάρηδες να καλπάζουν μακριά
Μια στρατιωτική πομπή να βαδίζει ρυθμικά
εναρμονίζοντας τον βηματισμό με τραγούδια πατριωτικά
και θάρρεψα πως κι ο πατέρας μου περνούσε μ’ αυτή
κρατώντας στα στιβαρά του χέρια την σημαία την Ελληνική!
Κι έτρεξα με του ανέμου τα φτερά
να τον ανταμώσω μιαν ακόμη φορά
στην αγκαλιά του να ριχτώ, σαν τότε που ’μουν παιδί….
Μα πριν προλάβω, χάθηκε στα σύννεφα η πομπή
και μόνο απόηχο άκουσα απ’ την τραγουδιστή του φωνή:
-«θυγατέρα, πάντα έχει γυρίσματα ο καιρός
Κι όπου ζωής σκοτάδι, μη φοβηθείς.
Ο «ήρωας» στα σκοτεινά προχωρά σιωπηλός
ώσπου και πάλι να δει το φως της αυγής»… .
Αχ, στ’ άκουσμα των λόγων του πώς
ξεπήδησε σπαρταριστός καρδιάς λυγμός!
Ανασήκωσα τα δυο μου χέρια ψηλά,
Κοίταξα κατάματα, της νύχτας τη σκιά,
το λαμπυρίζον χάος τ’ ουρανού,
και φώναξε δυνατά η ψυχή μου ευθύς
της αιωνιότητας να ταράξει τη σιωπή.
Ω, γιατί να πεθάνει τόσο νωρίς
ο πατέρας μου, ο μαχητής ο αγνός,
πριν η δικαιοσύνη ανοίξει το στόμα
και μιλήσει, όπως ο Θεός!
Ω! Αν στην αγκαλιά της γης
δεν είχε προλάβει να γίνει σκόνη
και ζούσε ο πατέρας μου ακόμη,
ω, με ταχύτητα θα ’τρεχα κοντά του αστραπής
και στο λαιμό του θα ριχνόμουν σαν παιδί μικρό,
φωνάζοντας:- πατέρα μου,
πατέρα μου αγαπημένε,
Μια ζωή προδομένε,
μια ζωή αδικημένε,
μια ζωή πικραμένε,
τον ίδιο πόνο έχουμε στη καρδιά κι οι δυο!
Και το χιονάτο κεφάλι του παράφορα θα φιλούσα.
Με δάκρυα θα το μούσκευα καυτά.
Στις αυλακιές του προσώπου του θα μετρούσα
της αγαθότητας κι ανδρείας του τη μεγαλοσύνη.
Στα ρούχα του θα προσκυνούσα
την ακτινοβόλο του καλοσύνη
Και στα πόδια του θα φιλούσα,
της διαδρομής του την όλη πίκρα και οδύνη.
Και τηρώντας πιστά την Πέμπτη Εντολή,
θ’ άρχιζε η στοργή μου
μια-μια τις πληγές του να κλείνει
κι όλη την δόξα που του ’πρεπε και τιμή,
όση του στέρησε και δεν του ’δωσε η Ζωή,
αν ζούσε ο πατέρας μου ακόμα, η ψυχή μου
θα φρόντιζε να του αποδίνει!
{Απ' την ανέκδοτη ποιητική συλλογή μου "Η Πέμπτη Εντολή"}
καθώς έβλεπα στο αχανές να λαμπυρίζουν οι αστερισμοί
και της ζωής στοχαζόμουν «το χθες, το νυν και αεί»
ξάφνου, δίχως να καταλάβω το πώς,
μια παλίρροια βιωμάτων απ’ του είναι μου το βυθό
ανέβαινε κι ανέβλυζε ορμητική.
Κι όπως απλώνονταν στα μάτια μου εμπρός,
κύματα συναισθημάτων κατέκλυσαν το μυαλό
κι ένοιωθα σάμπως και σε παραίσθηση βρισκόμουν.
Κι όσο με τρέμολο ψυχής αναρωτιόμουν,
ξύπνια είμαι για ονειρευόμουν
μετέωρη στην αθανασία και την φθορά,
άκουγα τύμπανα, σάλπιγγες, κανόνια
να βροντούν στα μάχιμα τ’ ουρανού αλώνια!
Ξεχώριζα, καβαλάρηδες να καλπάζουν μακριά
Μια στρατιωτική πομπή να βαδίζει ρυθμικά
εναρμονίζοντας τον βηματισμό με τραγούδια πατριωτικά
και θάρρεψα πως κι ο πατέρας μου περνούσε μ’ αυτή
κρατώντας στα στιβαρά του χέρια την σημαία την Ελληνική!
Κι έτρεξα με του ανέμου τα φτερά
να τον ανταμώσω μιαν ακόμη φορά
στην αγκαλιά του να ριχτώ, σαν τότε που ’μουν παιδί….
Μα πριν προλάβω, χάθηκε στα σύννεφα η πομπή
και μόνο απόηχο άκουσα απ’ την τραγουδιστή του φωνή:
-«θυγατέρα, πάντα έχει γυρίσματα ο καιρός
Κι όπου ζωής σκοτάδι, μη φοβηθείς.
Ο «ήρωας» στα σκοτεινά προχωρά σιωπηλός
ώσπου και πάλι να δει το φως της αυγής»… .
Αχ, στ’ άκουσμα των λόγων του πώς
ξεπήδησε σπαρταριστός καρδιάς λυγμός!
Ανασήκωσα τα δυο μου χέρια ψηλά,
Κοίταξα κατάματα, της νύχτας τη σκιά,
το λαμπυρίζον χάος τ’ ουρανού,
και φώναξε δυνατά η ψυχή μου ευθύς
της αιωνιότητας να ταράξει τη σιωπή.
Ω, γιατί να πεθάνει τόσο νωρίς
ο πατέρας μου, ο μαχητής ο αγνός,
πριν η δικαιοσύνη ανοίξει το στόμα
και μιλήσει, όπως ο Θεός!
Ω! Αν στην αγκαλιά της γης
δεν είχε προλάβει να γίνει σκόνη
και ζούσε ο πατέρας μου ακόμη,
ω, με ταχύτητα θα ’τρεχα κοντά του αστραπής
και στο λαιμό του θα ριχνόμουν σαν παιδί μικρό,
φωνάζοντας:- πατέρα μου,
πατέρα μου αγαπημένε,
Μια ζωή προδομένε,
μια ζωή αδικημένε,
μια ζωή πικραμένε,
τον ίδιο πόνο έχουμε στη καρδιά κι οι δυο!
Και το χιονάτο κεφάλι του παράφορα θα φιλούσα.
Με δάκρυα θα το μούσκευα καυτά.
Στις αυλακιές του προσώπου του θα μετρούσα
της αγαθότητας κι ανδρείας του τη μεγαλοσύνη.
Στα ρούχα του θα προσκυνούσα
την ακτινοβόλο του καλοσύνη
Και στα πόδια του θα φιλούσα,
της διαδρομής του την όλη πίκρα και οδύνη.
Και τηρώντας πιστά την Πέμπτη Εντολή,
θ’ άρχιζε η στοργή μου
μια-μια τις πληγές του να κλείνει
κι όλη την δόξα που του ’πρεπε και τιμή,
όση του στέρησε και δεν του ’δωσε η Ζωή,
αν ζούσε ο πατέρας μου ακόμα, η ψυχή μου
θα φρόντιζε να του αποδίνει!
{Απ' την ανέκδοτη ποιητική συλλογή μου "Η Πέμπτη Εντολή"}
Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011
Επί τω έργω
Μπορεί, με φέγγος απ’ ένα χλωμό φεγγάρι,
να ’χω τα μάτια καιρό τώρα καρφωμένα
στην έναστρη ουράνια κορυφή
ποθώντας μες την άπειρη αστροφεγγιά
τ’ αστέρι μου να ξεχωρίσουν το ένα
προς εκείνο ένα σημείο η ψυχή μου να σταμπάρει
ώστε η ώρα σαν έλθει για την μεγάλη φυγή
απ’ το γήινο να λευτερωθεί αμπάρι,
να ξέρει προς τα πού να κατευθυνθεί.
Αλλά, όσο υπάρχω και κινούμαι σ’ αυτή την γη,
σαν εργάτρια ταπεινή στης Ποίησης το αλώνι
του ότι μπορώ να δουλεύω εκεί, αυτό και μόνο μου αρκεί.
Και μ’ αψήφιστους ρυθμούς βραδιάζει ξημερώνει
μες απ’ τα καλά του Κόσμου και του Σύμπαντος τα ωραία,
απ’ ό, τι το χέρι μου σταχυολογεί,
στη ποδιά της καρδιάς μου σαν τ’ απλώνει
γιορτή και σχόλη δεν φείδεται ο νους
και μ’ ωθεί μ’ ερωτικούς ενθουσιασμούς,
να γράφω είτε για ασήμαντα είτε για σπουδαία.
Και μες απ’ τις απλές, ζωής καθημερινές χαρές
για όσο που φτάνει ο νους, γράφω και για την «Ιδέα»,
με λογιών-λογιών από χρωματισμούς
στη πέννα μου σταλαγματιές..
Κι αν κάποια στιγμή απ’ τη πέννα μου θλίψη στάζει
δεν είναι απ’ την ακατάπαυστη των ωρών δουλειά.
Ίσως είναι η λύπη που ο χρόνος κυλάει πολύ γοργά
κι η ώρα του μισεμού για το ταξίδι χωρίς γυρισμό πλησιάζει.
Μπορεί να ’ναι και το παράπονο ίσως του ποιητή
πως όλα εκείνα που πηγάζουν μες απ’ την καρδιά
κι όπως ξεχύνονται με χείμαρρου ορμή
δεν θα προλάβει το χέρι του ν’ αφήσει στο χαρτί.
Ω, το πρόσκαιρο στη γήινη ζήση!
Μ’ ακολουθώντας τ’ οδόσημο που δείχνει
«απ’ Ανατολή προς Δύση»
όσο διασχίζω του «Αύριο» την Μεγάλη Οδό,
βιώνοντας την καθημερινότητα μου
στρέφομαι πρωί και βράδυ προς τον Ουρανό
και του μιλώ με φωνή που βγαίνει απ’ την καρδιά μου
τί βλέπω, τί φοβάμαι, τί αγαπώ!
Τί συλλέγω, τί αφήνω, τί χάνω στον Κόσμο αυτόν που ζω!
Κι απ’ εκείνα που μαθαίνω και μ’ αγκυλώνουν,
θλίψεις και πόνους καταγράφω, ζωής καταιγίδες.
Απ’ ό, τι πιότερο αγγίζουν την ψυχή μου και την ματώνουν,
ξεδιπλώνω επιθυμίες μου, προτάσσω ελπίδες
κι όνειρα και προσδοκίες μου ιστορώ.
Και πτερόεσσες γραφίδες,
στον βωμό των Μουσών ακουμπώ
αδίκως για τα όσα πληγώνονται
και σταυρώνονται,
χάδι από ζωογόνες αχτίδες
του Απολλώνιου Ήλιου να γευθούν.
Κι εγώ αναμένω, σαν τύχει και «κοιμηθούν»
τα μάτια μου όλα να τα δουν,
σαν τον Λάζαρο ν’ αναστηθούν….
{Απ' την ανέκδοτη ποιητική μου συλλογή "Προσωπογραφίες"}
να ’χω τα μάτια καιρό τώρα καρφωμένα
στην έναστρη ουράνια κορυφή
ποθώντας μες την άπειρη αστροφεγγιά
τ’ αστέρι μου να ξεχωρίσουν το ένα
προς εκείνο ένα σημείο η ψυχή μου να σταμπάρει
ώστε η ώρα σαν έλθει για την μεγάλη φυγή
απ’ το γήινο να λευτερωθεί αμπάρι,
να ξέρει προς τα πού να κατευθυνθεί.
Αλλά, όσο υπάρχω και κινούμαι σ’ αυτή την γη,
σαν εργάτρια ταπεινή στης Ποίησης το αλώνι
του ότι μπορώ να δουλεύω εκεί, αυτό και μόνο μου αρκεί.
Και μ’ αψήφιστους ρυθμούς βραδιάζει ξημερώνει
μες απ’ τα καλά του Κόσμου και του Σύμπαντος τα ωραία,
απ’ ό, τι το χέρι μου σταχυολογεί,
στη ποδιά της καρδιάς μου σαν τ’ απλώνει
γιορτή και σχόλη δεν φείδεται ο νους
και μ’ ωθεί μ’ ερωτικούς ενθουσιασμούς,
να γράφω είτε για ασήμαντα είτε για σπουδαία.
Και μες απ’ τις απλές, ζωής καθημερινές χαρές
για όσο που φτάνει ο νους, γράφω και για την «Ιδέα»,
με λογιών-λογιών από χρωματισμούς
στη πέννα μου σταλαγματιές..
Κι αν κάποια στιγμή απ’ τη πέννα μου θλίψη στάζει
δεν είναι απ’ την ακατάπαυστη των ωρών δουλειά.
Ίσως είναι η λύπη που ο χρόνος κυλάει πολύ γοργά
κι η ώρα του μισεμού για το ταξίδι χωρίς γυρισμό πλησιάζει.
Μπορεί να ’ναι και το παράπονο ίσως του ποιητή
πως όλα εκείνα που πηγάζουν μες απ’ την καρδιά
κι όπως ξεχύνονται με χείμαρρου ορμή
δεν θα προλάβει το χέρι του ν’ αφήσει στο χαρτί.
Ω, το πρόσκαιρο στη γήινη ζήση!
Μ’ ακολουθώντας τ’ οδόσημο που δείχνει
«απ’ Ανατολή προς Δύση»
όσο διασχίζω του «Αύριο» την Μεγάλη Οδό,
βιώνοντας την καθημερινότητα μου
στρέφομαι πρωί και βράδυ προς τον Ουρανό
και του μιλώ με φωνή που βγαίνει απ’ την καρδιά μου
τί βλέπω, τί φοβάμαι, τί αγαπώ!
Τί συλλέγω, τί αφήνω, τί χάνω στον Κόσμο αυτόν που ζω!
Κι απ’ εκείνα που μαθαίνω και μ’ αγκυλώνουν,
θλίψεις και πόνους καταγράφω, ζωής καταιγίδες.
Απ’ ό, τι πιότερο αγγίζουν την ψυχή μου και την ματώνουν,
ξεδιπλώνω επιθυμίες μου, προτάσσω ελπίδες
κι όνειρα και προσδοκίες μου ιστορώ.
Και πτερόεσσες γραφίδες,
στον βωμό των Μουσών ακουμπώ
αδίκως για τα όσα πληγώνονται
και σταυρώνονται,
χάδι από ζωογόνες αχτίδες
του Απολλώνιου Ήλιου να γευθούν.
Κι εγώ αναμένω, σαν τύχει και «κοιμηθούν»
τα μάτια μου όλα να τα δουν,
σαν τον Λάζαρο ν’ αναστηθούν….
{Απ' την ανέκδοτη ποιητική μου συλλογή "Προσωπογραφίες"}
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)