Η κοινωνική μηχανή για να δουλεύει απρόσκοπτα και καλά
έχει ανάγκη απ’ όλων τα επιδέξια χέρια τα πολλά.
Και μες το κοινωνικό εργοτάξιο το επάγγελμα καθενός
απ’ τον απλό εργάτη ως τον επιστήμονα και τον σοφό
αξία έχει επαινετή και χαίρει σεβασμό κι απ’ τον κόσμο τιμή
όταν η δουλειά ενός εκάστου γίνεται με συνείδηση καθαρή
και στοχεύει στο ατομικό και συνολικό καλό.
Μα φίλοι μου, έντονα με κατατρύχει ένας συλλογισμός
επικεντρωμένος σ’ εκείνον που επαγγέλλεται «Πολιτικός»!
Κι είναι αλήθεια πως αναρωτιέμαι κι απορώ,
αν αξίζει μες το εργοτάξιο το κοινωνικό,
τόση τιμή ν’ απολαμβάνει και να χαίρει τόσο σεβασμό.
Και για να μην νομίσετε πως τον αδικώ,
με το νου μου στο «μαγειρείο» του αθέατος να ζυγώνει
βήμα το βήμα την δουλειά του παρακολουθώ.
Κι ω, σάστισμα μ’ ό, τι βλέπω! Και τί να σας πρωτοπώ!
Δίχως σειρά και τάξη πώς όλα σ’ ένα τ’ ανακατώνει!
Εδώ πιάνει, εκεί αφήνει, πιο πέρα σκουπίζει κι αλλού λερώνει!
Κι απ’ όσα είδα, νοιώθω το είναι μου να παγώνει
όσο μία-μία τις «δεξιότητές» του το χέρι μου απλώνει!
Ιδού! Στο «σπάσιμο των αυγών», το πόσο απίστευτα είναι ικανός!
Στο «ψήσιμο της ομελέτας», άλλο τόσο απίθανα ειδικός!
Και μόλις την δουλειά του τελειώνει,
ύστερα βγαίνει στον κόσμο και καμαρώνει!
Περπατά κι ολούθε χαιρετούρες και χαμόγελα μοιράζει!
Μα εγώ που είδα το «μαγειρείο του» στα κρύφια τί απαυγάζει,
όταν τον βλέπω να μιλά και να κομπάζει
στα μάτια μου σαν ένας χαμαιλέοντα ομοιάζει
που τον αληθινό του εαυτό ποτέ δεν φανερώνει!
Και τώρα πείτε μου σεβασμό πώς να του αποδώσω και τιμή
όταν απ’ τις συνέπειες των κινήσεών του στην κοινωνική συνοχή
σε ό, τι κι αν κάκιστο συμβεί στων άλλων την ζωή
τον εαυτό του υπεύθυνο για τίποτα δεν θεωρεί!
Και μες απ’ το χάος που προκαλεί
κι ενώ χάνεται γύρω του το κάθε τι και πεθαίνει,
τρομάζω σαν τον βλέπω αυτός να κατορθώνει
σώος κι αβλαβής στην επιφάνεια να βγαίνει
κι όμοιος μικρός Θεός
στα μάτια των ανθρώπων να ψηλώνει!
Να γελά σαν ήλιος λαμπερός
και χοροπηδώντας απ’ τον χαλασμό να ξεμακραίνει,
σαν πλουσιόπαιδο με κοντά παντελονάκια,
σφυρίζοντας και κλωτσώντας πετραδάκια!
Α, φίλοι αγαπητοί,
στοχάζομαι μήπως είναι καιρός
να καταργηθεί το επάγγελμα «πολιτικός»
και στο εργοτάξιο το κοινωνικό να τεθεί
άλλος εργοδηγός
που θα πρωτοστατεί υπεύθυνα και συνετός!
Παρασκευή 17 Ιουνίου 2011
Σάββατο 7 Μαΐου 2011
Α, μητέρες....
Συμμετέχοντας στην γιορτή της Μητέρας ας θυμηθούμε και τις "Μητέρες"...
Α, μητέρες….
Α, μητέρες…. μητέρες απανταχού της γης,
απόψε που η νύχτα με φοβερή βουή μουγκρίζει,
ξεδιπλώνει τα δίχτυα της και το κάθε τι
μες σε κατασκότεινες ειρκτές το φυλακίζει
κι ακούω τ’ ανέμου την λυσσασμένη οργή,
βλέπω τα δέντρα να λυγάνε στης πνοής του την ορμή
κι ατενίζοντας τη μουσκεμένη απ’ την καταιγίδα ουράνια κορυφή,
δεν ξέρω γιατί, αλλά εσάς συλλογιέμαι ολονυχτίς.
Όλες εσάς, που Υπερβατικές, σε φτώχεια και δυστυχίες φανήκατε.
Και για τα τέκνα που γεννοβολήσατε,
ως και τη πέτρα στύψατε στη διαδρομή
να μη τους λείψει τροφή.
Κι ώσπου να βγάλετε ζουμί
με φλόγα τα γαλουχήσατε ψυχής….
κόντρα στον άνεμο αντισταθήκατε,
τον ήλιο αψηφήσατε και τη βροχή,
Εσάς συλλογιέμαι που δεν τους στερήσατε
ούτε λεπτό απ’ τον χρόνο ζωής
καρδιάς φροντίδα κι αγάπη περισσή…
Α, μητέρες…. μητέρες στην απλωσιά της γης
που είτε σ’ απρόσωπες πολιτείες ζείτε
είτε σε κατσάβραχα και μικρά χωριά κατοικείτε,
απόψε δεν ξέρω γιατί, με βαθιά μελαγχολία ψυχής
μ’ απροσμέτρητη θλίψη, σε σας επικεντρώνομαι ολονυχτίς.
Όλες εσάς, που με χιονοσκέπαστα μαλλιά
και δίχως πλέον δυναμάρια,
σέρνεται τα βήματά σας ανάρια-ανάρια
κι ώσπου να ’λθει η ώρα της θανής
μόνες παραδέρνετε στης «φωλιάς» σας την ερημιά.
Βουβές κι αμίλητες, σκοντάφτοντας λαχανιασμένα,
στων χρόνων τα περασμένα, τα όμορφα κι ευλογημένα….
Κι όσο σας συλλογιέμαι, αχ, πόσο η ψυχή μου σπαρταρά
για όλα κείνα «τ’ αμίλητα» που κρύβεται στο νου σας βαθιά….
Μ’ απόψε, δεν ξέρω πώς, στα στόματά σας τα κλειστά
καταφέρνω κι εισχωρώ κι ακούω τα λόγια σας τα βουβά.
«-Πού τα κόπια μας, πού ζωής λίγη χαρά!
- Γεννήσαμε παιδιά όμορφα και γερά, μα πού ’ναι τα παιδιά…..
-Πού η αγάπη τους, φως στα στερνά μας και παρηγοριά…»
Κι ω, τ’ αμίλητά σας!... Ω, τ’ αμίλητά σας τα πολλά…
στο είναι μου διαπερνούν και με τρυπούν σπαθιά,
σε κομμάτια ξεσχίζοντας και την δική μου καρδιά…..
ω! μητέρες…. κακόμοιρες μητέρες… που βιώνετε ζωής ερημιά…..
{απ' την ανέκδοτη ποιητική συλλογή μου "Η Πέμπτη Εντολή"
Α, μητέρες….
Α, μητέρες…. μητέρες απανταχού της γης,
απόψε που η νύχτα με φοβερή βουή μουγκρίζει,
ξεδιπλώνει τα δίχτυα της και το κάθε τι
μες σε κατασκότεινες ειρκτές το φυλακίζει
κι ακούω τ’ ανέμου την λυσσασμένη οργή,
βλέπω τα δέντρα να λυγάνε στης πνοής του την ορμή
κι ατενίζοντας τη μουσκεμένη απ’ την καταιγίδα ουράνια κορυφή,
δεν ξέρω γιατί, αλλά εσάς συλλογιέμαι ολονυχτίς.
Όλες εσάς, που Υπερβατικές, σε φτώχεια και δυστυχίες φανήκατε.
Και για τα τέκνα που γεννοβολήσατε,
ως και τη πέτρα στύψατε στη διαδρομή
να μη τους λείψει τροφή.
Κι ώσπου να βγάλετε ζουμί
με φλόγα τα γαλουχήσατε ψυχής….
κόντρα στον άνεμο αντισταθήκατε,
τον ήλιο αψηφήσατε και τη βροχή,
Εσάς συλλογιέμαι που δεν τους στερήσατε
ούτε λεπτό απ’ τον χρόνο ζωής
καρδιάς φροντίδα κι αγάπη περισσή…
Α, μητέρες…. μητέρες στην απλωσιά της γης
που είτε σ’ απρόσωπες πολιτείες ζείτε
είτε σε κατσάβραχα και μικρά χωριά κατοικείτε,
απόψε δεν ξέρω γιατί, με βαθιά μελαγχολία ψυχής
μ’ απροσμέτρητη θλίψη, σε σας επικεντρώνομαι ολονυχτίς.
Όλες εσάς, που με χιονοσκέπαστα μαλλιά
και δίχως πλέον δυναμάρια,
σέρνεται τα βήματά σας ανάρια-ανάρια
κι ώσπου να ’λθει η ώρα της θανής
μόνες παραδέρνετε στης «φωλιάς» σας την ερημιά.
Βουβές κι αμίλητες, σκοντάφτοντας λαχανιασμένα,
στων χρόνων τα περασμένα, τα όμορφα κι ευλογημένα….
Κι όσο σας συλλογιέμαι, αχ, πόσο η ψυχή μου σπαρταρά
για όλα κείνα «τ’ αμίλητα» που κρύβεται στο νου σας βαθιά….
Μ’ απόψε, δεν ξέρω πώς, στα στόματά σας τα κλειστά
καταφέρνω κι εισχωρώ κι ακούω τα λόγια σας τα βουβά.
«-Πού τα κόπια μας, πού ζωής λίγη χαρά!
- Γεννήσαμε παιδιά όμορφα και γερά, μα πού ’ναι τα παιδιά…..
-Πού η αγάπη τους, φως στα στερνά μας και παρηγοριά…»
Κι ω, τ’ αμίλητά σας!... Ω, τ’ αμίλητά σας τα πολλά…
στο είναι μου διαπερνούν και με τρυπούν σπαθιά,
σε κομμάτια ξεσχίζοντας και την δική μου καρδιά…..
ω! μητέρες…. κακόμοιρες μητέρες… που βιώνετε ζωής ερημιά…..
{απ' την ανέκδοτη ποιητική συλλογή μου "Η Πέμπτη Εντολή"
Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011
Η ποίηση, ζωής μου νόμος
Σ’ ώρα νύχτας, ώρα τη πιο σιγηλή
σμιλεμένη από πανάρχαιους πόνους,
σ’ ώρα που λεν πως συναντιούνται
ζωντανοί και νεκροί
κι ο Παράδεισος ανοίγει τις πύλες του να δεχθεί
εκείνους που έτοιμοι είναι για την μεγάλη φυγή,
με μια θλίψη δίχως όρια, θλίψη πνιγηρή
στο σύμπλεγμα των άστρων,
του Πεπρωμένου όσο έψαχνα τη γραφή,
γραφή που για άλλους είναι φοβερή
και για άλλους λυτρωτική
τον Κόσμο που μ’ αφηγήθηκαν
συλλογιόμουν.
Και σ’ όσα μου ειπώθηκαν
για της Ζωής τους αρχέγονους νόμους,
εκεί που αλήθειες και ψέματα
στοχαζόμουν
έσκυψα στον υπαρκτό κόσμο της μοναξιάς μου,
ένα κόσμο π’ αντιλαλούσε μόνο η δική μου φωνή.
Κι όπως έσκαβα τις ρίζες του, να ’βρω
ξάνοιγμα σ’ άλλους δρόμους,
ξάφνου μες απ’ τις πιο βαθιές γωνιές της καρδιάς μου
κάτι ανασάλεψε απρόσμενα
που προσήλκυσε τη ματιά μου!
Σαν έμβρυο έμοιαζε
και το ’νοιωσα να πάλλεται δυνατό
Όμοια σαν το ένστικτο που διέξοδο γυρεύει να βρει,
έξω να βγει στο φως, ορμητικό να ξεσπάσει σαν κύμα
έκφραση να πάρει και μορφή!....
Συγκλονισμένη διαισθάνθηκα πως θα ’ταν κρίμα
στο σκοτεινό εντός μου να χαθεί.
Και πως αν τ’ άφηνα κλειδωμένο
εκεί σε μια γωνιά να δέρνεται,
να κλαίει και να πικραίνεται,
πως θα ’ταν από μέρους μου αμέλεια εγκληματική.
Μ’ αγάπη τ’ άγγιξα, σαν να χάιδευα νιογέννητο παιδί!
Κι ω, σαν το φίλησα,
εκείνο μορφοποιήθηκε σε ρέουσα κρήνη
που το κελάρυσμά της μου ’λεγε με σιγανή φωνή:
- Στα χέρια σου θνητή
άδραξε της ζωής το λαγήνι
και πιες ώσπου να ξεδιψάσει ο νους,
να ευφρανθεί κι η ψυχή.
Κι ύστερα ως τη κορφή ταξίδεψε της φωτιάς
Σκύψε κι απ’ το πρόσωπο τ’ ουρανού
πάρε μια ηλιαχτίδα.
Ρίξε την στον κρατήρα
του ηφαιστείου της καρδιάς
Και σαν ξεχυθεί ζωής
πυρωμένο ποτάμι η ελπίδα
ζήσε ακολουθώντας το
και πορεύσου εν ειρήνη.
Ζήσε την κάθε σου στιγμή
Απόλαυσέ την φανερά ή αφανέρωτα
Και κάθε τόπο κάνε τον πατρίδα
εξυμνώντας τον Έρωτα
και του Κόσμου τη Μεγαλοσύνη!
Κι ω, λευτερωμένη
απ’ την θλίψη μου την πνιγηρή
λες κι έγινα ο χρόνος που στη κλιτή
της σιωπής εγκαρτερεί
ανείπωτες αλήθειες ζωής
το είναι μου να γνωρίσει.
Και σαν να ’μουν ο πρώτος άνθρωπος
πάνω στη Γη
που το ποδάρι του στο χώμα της έχει πατήσει,
με φόβο αλλά και σεβασμό
ζύγωσα την Μάνα Φύση
Έγειρα, σαν βυζασταρούδι στη μητρική αγκαλιά
κι απ’ το στόμα της γεύθηκα
το μυρωδάτο της φιλί,
φιλί που ζωντανεύει το τίποτε,
φτιάχνει κόσμους, ζωή γεννά.
Και σαν είδα πάνω στο κεφάλι της να λαμποκοπά
τ’ Ουρανού η απέραντη απλωσιά,
όπου όλα μέσα της, όλα σαν ένα
βαστιούνται ανάμεσά τους σφικτά
κι αγκαλιασμένα,
με το βλέμμα στα ύψη προσηλωμένο,
με το πρόσωπο απ’ τον ήλιο φλογισμένο,
με τα χέρια ψηλά τεταμένα
και με φωνή σιγανή
στον «Αόρατο» που καθόταν στα σύννεφα επάνω
απευθυνόμουν.
Και για το «γίγνεσθαι και φαίνεσθε» του Κόσμου
την μαρτυρία Του Ενός
όσο επικαλιόμουν,
τα πάντα γύρω μου πώς άστραψαν
λουσμένα στο Φως!
Κι α, σα μέσα σ’ όνειρο πώς κατακλύστηκε η ψυχή
κι ολόκληρο το εντός μου από ροδόχρωμη Αυγή!
Λες κι απ’ τον παλιό εαυτό μου απελευθερωνόμουν
νέος άνθρωπος και σ’ άλλη Γη ξαναγεννιόμουν!
Κι όμοια νιογέννητο παιδί σαν ενατένισα την έναστρη κορυφή
λαχταρώντας ν’ ανοίξει ο ουράνιος δρόμος,
θάρρεψα πως ήμουνα της Μούσας παιδί
κι άρχισα δειλά-δειλά ποίηση να γράφω.
Κι η Ποίηση από τότε, κυριάρχησε απόλυτος νόμος,
σαν ο μόνος λόγος για να υπάρχω!
Και ξαναέπλασα τη ζωή μου απ’ την αρχή
σύμφωνα με την ανάγκη αυτή, ανάγκη ζωτική
κι Άνθρωπος πλέον μόνος
δεν νοιώθω στου ενός τη διαδρομή…..
σμιλεμένη από πανάρχαιους πόνους,
σ’ ώρα που λεν πως συναντιούνται
ζωντανοί και νεκροί
κι ο Παράδεισος ανοίγει τις πύλες του να δεχθεί
εκείνους που έτοιμοι είναι για την μεγάλη φυγή,
με μια θλίψη δίχως όρια, θλίψη πνιγηρή
στο σύμπλεγμα των άστρων,
του Πεπρωμένου όσο έψαχνα τη γραφή,
γραφή που για άλλους είναι φοβερή
και για άλλους λυτρωτική
τον Κόσμο που μ’ αφηγήθηκαν
συλλογιόμουν.
Και σ’ όσα μου ειπώθηκαν
για της Ζωής τους αρχέγονους νόμους,
εκεί που αλήθειες και ψέματα
στοχαζόμουν
έσκυψα στον υπαρκτό κόσμο της μοναξιάς μου,
ένα κόσμο π’ αντιλαλούσε μόνο η δική μου φωνή.
Κι όπως έσκαβα τις ρίζες του, να ’βρω
ξάνοιγμα σ’ άλλους δρόμους,
ξάφνου μες απ’ τις πιο βαθιές γωνιές της καρδιάς μου
κάτι ανασάλεψε απρόσμενα
που προσήλκυσε τη ματιά μου!
Σαν έμβρυο έμοιαζε
και το ’νοιωσα να πάλλεται δυνατό
Όμοια σαν το ένστικτο που διέξοδο γυρεύει να βρει,
έξω να βγει στο φως, ορμητικό να ξεσπάσει σαν κύμα
έκφραση να πάρει και μορφή!....
Συγκλονισμένη διαισθάνθηκα πως θα ’ταν κρίμα
στο σκοτεινό εντός μου να χαθεί.
Και πως αν τ’ άφηνα κλειδωμένο
εκεί σε μια γωνιά να δέρνεται,
να κλαίει και να πικραίνεται,
πως θα ’ταν από μέρους μου αμέλεια εγκληματική.
Μ’ αγάπη τ’ άγγιξα, σαν να χάιδευα νιογέννητο παιδί!
Κι ω, σαν το φίλησα,
εκείνο μορφοποιήθηκε σε ρέουσα κρήνη
που το κελάρυσμά της μου ’λεγε με σιγανή φωνή:
- Στα χέρια σου θνητή
άδραξε της ζωής το λαγήνι
και πιες ώσπου να ξεδιψάσει ο νους,
να ευφρανθεί κι η ψυχή.
Κι ύστερα ως τη κορφή ταξίδεψε της φωτιάς
Σκύψε κι απ’ το πρόσωπο τ’ ουρανού
πάρε μια ηλιαχτίδα.
Ρίξε την στον κρατήρα
του ηφαιστείου της καρδιάς
Και σαν ξεχυθεί ζωής
πυρωμένο ποτάμι η ελπίδα
ζήσε ακολουθώντας το
και πορεύσου εν ειρήνη.
Ζήσε την κάθε σου στιγμή
Απόλαυσέ την φανερά ή αφανέρωτα
Και κάθε τόπο κάνε τον πατρίδα
εξυμνώντας τον Έρωτα
και του Κόσμου τη Μεγαλοσύνη!
Κι ω, λευτερωμένη
απ’ την θλίψη μου την πνιγηρή
λες κι έγινα ο χρόνος που στη κλιτή
της σιωπής εγκαρτερεί
ανείπωτες αλήθειες ζωής
το είναι μου να γνωρίσει.
Και σαν να ’μουν ο πρώτος άνθρωπος
πάνω στη Γη
που το ποδάρι του στο χώμα της έχει πατήσει,
με φόβο αλλά και σεβασμό
ζύγωσα την Μάνα Φύση
Έγειρα, σαν βυζασταρούδι στη μητρική αγκαλιά
κι απ’ το στόμα της γεύθηκα
το μυρωδάτο της φιλί,
φιλί που ζωντανεύει το τίποτε,
φτιάχνει κόσμους, ζωή γεννά.
Και σαν είδα πάνω στο κεφάλι της να λαμποκοπά
τ’ Ουρανού η απέραντη απλωσιά,
όπου όλα μέσα της, όλα σαν ένα
βαστιούνται ανάμεσά τους σφικτά
κι αγκαλιασμένα,
με το βλέμμα στα ύψη προσηλωμένο,
με το πρόσωπο απ’ τον ήλιο φλογισμένο,
με τα χέρια ψηλά τεταμένα
και με φωνή σιγανή
στον «Αόρατο» που καθόταν στα σύννεφα επάνω
απευθυνόμουν.
Και για το «γίγνεσθαι και φαίνεσθε» του Κόσμου
την μαρτυρία Του Ενός
όσο επικαλιόμουν,
τα πάντα γύρω μου πώς άστραψαν
λουσμένα στο Φως!
Κι α, σα μέσα σ’ όνειρο πώς κατακλύστηκε η ψυχή
κι ολόκληρο το εντός μου από ροδόχρωμη Αυγή!
Λες κι απ’ τον παλιό εαυτό μου απελευθερωνόμουν
νέος άνθρωπος και σ’ άλλη Γη ξαναγεννιόμουν!
Κι όμοια νιογέννητο παιδί σαν ενατένισα την έναστρη κορυφή
λαχταρώντας ν’ ανοίξει ο ουράνιος δρόμος,
θάρρεψα πως ήμουνα της Μούσας παιδί
κι άρχισα δειλά-δειλά ποίηση να γράφω.
Κι η Ποίηση από τότε, κυριάρχησε απόλυτος νόμος,
σαν ο μόνος λόγος για να υπάρχω!
Και ξαναέπλασα τη ζωή μου απ’ την αρχή
σύμφωνα με την ανάγκη αυτή, ανάγκη ζωτική
κι Άνθρωπος πλέον μόνος
δεν νοιώθω στου ενός τη διαδρομή…..
Κυριακή 2 Ιανουαρίου 2011
Καλημέρα Ζωή!
Διασχίζοντας τις ώρες και τους αιώνες
με παιδική απλότητα
περιφερόμουν σε τούτη τη Πλάση
ένα κορίτσι μη ευγενούς καταγωγής
και δίχως ταυτότητα.
Και μες την σφύζουσα κοινωνική ζωή
όπου τα γεγονότα προχωρούσαν με μεγάλη βιάση,
σαν απαίτησα να ’χω κι εγώ συμμετοχή
αντιμέτωπη ήλθα με «ταξική φραγή».
Κι ανυπότακτη σ’ αυτού του είδους την «κοινωνικότητα»
που σε διαδρομή ζωής θα μ’ εγκλώβιζε παγερή
στου «Ήλιου» στράφηκα την Αδελφότητα.
Τ’ αχνάρια του ακολουθώντας σε Δύση και σ’ Ανατολή
η όλη μου βίωση, διαδραματιζόμενη στου ενός τον δρόμο
ούτε μεγαλείο είχε ούτε τραγικότητα
Μα όσο δρασκέλιζα τον χρόνο έξω απ’ τον χρόνο
χάραζα τα σημάδια μου άλλοτε σε πέτρα κι άλλοτε σε δεντρί.
Τί κι αν κάτω απ’ τον «Ήλιο» τον Πυρπολητή,
για καιρό πολύ χωρίς σκέπης ίσκιο πυρώθηκα;
Τί κι αν είχα πρόσωπο απ’ τον ήλιο μαυρισμένο;
Τί κι αν ήταν τα χείλη απ’ τη δίψα και τη ζέστη φρυγμένα;
Με το βλέμμα σ’ απόμακρο σημείο καρφωμένο,
είχα το νου σε διαρκή για το ουράνιο τόξο αναμονή.
Τι κι αν ήταν απ’ τις πέτρες τα χέρια σκληρυμένα;
με πείσμα όργωνα των νυχτών τη σιωπή.
Ένα κορίτσι μόνο, δίχως ευγενούς καταγωγής ταυτότητα,
των εποχών την κάθε μια βιαιότητα ξεπέρασα
με των σοφών την υπομονή.
Κι όταν με το φως της Αυγής την οδύνη τους εξημέρωσα,
τότε, της φωτιάς μια σπίθα και του ανέμου ένα πουλί
συμπαντική λες κι απέκτησα οντότητα!
Και με ψυχής πληρότητα στα ύψη πετώντας ανέκραξα:
-Καλημέρα Ήλιε μου Πυρπολητή! Καλημέρα Ζωή!....
Διασχίζοντας τις ώρες και τους αιώνες
με παιδική απλότητα
περιφερόμουν σε τούτη τη Πλάση
ένα κορίτσι μη ευγενούς καταγωγής
και δίχως ταυτότητα.
Και μες την σφύζουσα κοινωνική ζωή
όπου τα γεγονότα προχωρούσαν με μεγάλη βιάση,
σαν απαίτησα να ’χω κι εγώ συμμετοχή
αντιμέτωπη ήλθα με «ταξική φραγή».
Κι ανυπότακτη σ’ αυτού του είδους την «κοινωνικότητα»
που σε διαδρομή ζωής θα μ’ εγκλώβιζε παγερή
στου «Ήλιου» στράφηκα την Αδελφότητα.
Τ’ αχνάρια του ακολουθώντας σε Δύση και σ’ Ανατολή
η όλη μου βίωση, διαδραματιζόμενη στου ενός τον δρόμο
ούτε μεγαλείο είχε ούτε τραγικότητα
Μα όσο δρασκέλιζα τον χρόνο έξω απ’ τον χρόνο
χάραζα τα σημάδια μου άλλοτε σε πέτρα κι άλλοτε σε δεντρί.
Τί κι αν κάτω απ’ τον «Ήλιο» τον Πυρπολητή,
για καιρό πολύ χωρίς σκέπης ίσκιο πυρώθηκα;
Τί κι αν είχα πρόσωπο απ’ τον ήλιο μαυρισμένο;
Τί κι αν ήταν τα χείλη απ’ τη δίψα και τη ζέστη φρυγμένα;
Με το βλέμμα σ’ απόμακρο σημείο καρφωμένο,
είχα το νου σε διαρκή για το ουράνιο τόξο αναμονή.
Τι κι αν ήταν απ’ τις πέτρες τα χέρια σκληρυμένα;
με πείσμα όργωνα των νυχτών τη σιωπή.
Ένα κορίτσι μόνο, δίχως ευγενούς καταγωγής ταυτότητα,
των εποχών την κάθε μια βιαιότητα ξεπέρασα
με των σοφών την υπομονή.
Κι όταν με το φως της Αυγής την οδύνη τους εξημέρωσα,
τότε, της φωτιάς μια σπίθα και του ανέμου ένα πουλί
συμπαντική λες κι απέκτησα οντότητα!
Και με ψυχής πληρότητα στα ύψη πετώντας ανέκραξα:
-Καλημέρα Ήλιε μου Πυρπολητή! Καλημέρα Ζωή!....
Στοχάζομαι κι ονειροπολώ
Στοχάζομαι κι ονειροπολώ
Στοχάζομαι
Ω, πόσα παιδιά
σ’ αυτή τη Γη μεγαλώνουν
και πριν ανθίσουν
ζωής ευωδιαστά κλωνάρια
το άρωμά τους στη ζωή να σκορπίσουν,
μες στην αθλιότητα μαραζώνουν!
Αφουγκράζομαι
ψίθυρους και βογγητά…
απ’ όλα εκείνα τα παιδιά,
εύθραυστα βλαστάρια,
που με τυμπανισμένη απ’ την πείνα κοιλιά
γέρνουν στο χώμα και σαπρόφυτα λιώνουν!
Εστιάζομαι
στων μεγάλων λεωφόρων τ’ αναμμένα φανάρια!
Ω, απέλπιδα πόσα παιδιά τα χέρια τους απλώνουν
στου κόσμου τη συμπόνια!
Μα σαν δέχονται μόνο την καταφρόνια,
πώς σβήνουν των ματιών τους τα λυχνάρια!
Κι όμοια χαμόκλαδα πέφτουν στη λάσπη του δρόμου
όπου τα πατάει ο τροχός κάποιου ξέφρενου αμαξιού!
Ω, μ’ αλλόφρονα νου, φρίττω και ταράζομαι!
Μα τρέχα γύρευε την εφαρμογή του νόμου
στο ανάλγητο ημών και στην ασυνειδησία τ’ οδηγού!
Κι ω, σαν αντιλαμβάνομαι,
πόσα κορμάκια παιδικά μ’ ανίερα ζωής παζάρια
σε λαγνείας σπρώχνονται κλινάρια,
συθέμελα κομματιάζομαι!
Αλλά όσο κι αν για κείνα τα παιδιά νοιάζομαι
και κραδαίνοντας τον πέλεκα της τιμωρίας
όσο κι αν προστρέχω
για το ξερίζωμα της παιδεραστίας,
μάταια τρέχω.
Ηδονιστές ξεφυτρώνουν παντού σαν μανιτάρια,
την ικμάδα ρουφώντας απ’ τα ολόδροσα βλαστάρια!
Στην πλημμύρα των κακώς εχόντων νοιώθω πως χάνομαι.
Κι απ’ τον ορμητικό τους βόρβορο για να μη παρασυρθώ
αναζητώντας στηρίγματα να κρατηθώ
στους στοχασμούς μου γαντζώνομαι και πιάνομαι.
Αλήθεια, μες το σύστημα το κοινωνικό
πού η κεντρομόλος δύναμη την ένδεια να σαρώσει
και της αθλιότητας παρασέρνοντας τα δεινά,
μ’ Αγάπης έργα πάνω στης γης το σεντόνι
ισόμερα για όλους ζωής αγαθά ν’ απλώσει;
Πού της Δικαιοσύνης η σφενδόνη
να συντρίψει τον υπερφίαλο «γίγαντα Γολιάθ»;
Κι όσο τα πράγματα
βαθύτερα στοχάζομαι,
αναριγώντας στα τόσα ζωής σπαράγματα,
εστιάζομαι
πως μόνο αν από μεγάλο σεισμό
η κοινωνική δομή
και του καθενός η ψυχή ταραχθεί,
της Αγάπης το μεγαλείο μπορεί να φανεί.
Και τότε υπερούσιο νόημα θα ’χει η ζωή μας
κι η Γη μας,
σαν Γη της Επαγγελίας θα περιστραφεί..
Ονειροπολώ,
μα το ξέρω. Για ουτοπίες μιλώ….
Στοχάζομαι
Ω, πόσα παιδιά
σ’ αυτή τη Γη μεγαλώνουν
και πριν ανθίσουν
ζωής ευωδιαστά κλωνάρια
το άρωμά τους στη ζωή να σκορπίσουν,
μες στην αθλιότητα μαραζώνουν!
Αφουγκράζομαι
ψίθυρους και βογγητά…
απ’ όλα εκείνα τα παιδιά,
εύθραυστα βλαστάρια,
που με τυμπανισμένη απ’ την πείνα κοιλιά
γέρνουν στο χώμα και σαπρόφυτα λιώνουν!
Εστιάζομαι
στων μεγάλων λεωφόρων τ’ αναμμένα φανάρια!
Ω, απέλπιδα πόσα παιδιά τα χέρια τους απλώνουν
στου κόσμου τη συμπόνια!
Μα σαν δέχονται μόνο την καταφρόνια,
πώς σβήνουν των ματιών τους τα λυχνάρια!
Κι όμοια χαμόκλαδα πέφτουν στη λάσπη του δρόμου
όπου τα πατάει ο τροχός κάποιου ξέφρενου αμαξιού!
Ω, μ’ αλλόφρονα νου, φρίττω και ταράζομαι!
Μα τρέχα γύρευε την εφαρμογή του νόμου
στο ανάλγητο ημών και στην ασυνειδησία τ’ οδηγού!
Κι ω, σαν αντιλαμβάνομαι,
πόσα κορμάκια παιδικά μ’ ανίερα ζωής παζάρια
σε λαγνείας σπρώχνονται κλινάρια,
συθέμελα κομματιάζομαι!
Αλλά όσο κι αν για κείνα τα παιδιά νοιάζομαι
και κραδαίνοντας τον πέλεκα της τιμωρίας
όσο κι αν προστρέχω
για το ξερίζωμα της παιδεραστίας,
μάταια τρέχω.
Ηδονιστές ξεφυτρώνουν παντού σαν μανιτάρια,
την ικμάδα ρουφώντας απ’ τα ολόδροσα βλαστάρια!
Στην πλημμύρα των κακώς εχόντων νοιώθω πως χάνομαι.
Κι απ’ τον ορμητικό τους βόρβορο για να μη παρασυρθώ
αναζητώντας στηρίγματα να κρατηθώ
στους στοχασμούς μου γαντζώνομαι και πιάνομαι.
Αλήθεια, μες το σύστημα το κοινωνικό
πού η κεντρομόλος δύναμη την ένδεια να σαρώσει
και της αθλιότητας παρασέρνοντας τα δεινά,
μ’ Αγάπης έργα πάνω στης γης το σεντόνι
ισόμερα για όλους ζωής αγαθά ν’ απλώσει;
Πού της Δικαιοσύνης η σφενδόνη
να συντρίψει τον υπερφίαλο «γίγαντα Γολιάθ»;
Κι όσο τα πράγματα
βαθύτερα στοχάζομαι,
αναριγώντας στα τόσα ζωής σπαράγματα,
εστιάζομαι
πως μόνο αν από μεγάλο σεισμό
η κοινωνική δομή
και του καθενός η ψυχή ταραχθεί,
της Αγάπης το μεγαλείο μπορεί να φανεί.
Και τότε υπερούσιο νόημα θα ’χει η ζωή μας
κι η Γη μας,
σαν Γη της Επαγγελίας θα περιστραφεί..
Ονειροπολώ,
μα το ξέρω. Για ουτοπίες μιλώ….
Τί θα γινόταν αν...
Τι θα γινόταν αν….
Σκεφθήκατε αλήθεια ποτές
τι θα γινόταν αν τα γεμάτα πουγκιά
«Μεγάλες» τα όριζαν ψυχές;
Τότε, φτωχοί
δεν θα υπήρχαν στον Κόσμο πια!
Ω, κι εγώ η πάντοτε με τσέπη αδειανή
αχ, και να ’χα φίλοι μου πλούτη πολλά!
Το τι θα ’κανα; Τα λόγια είναι περιττά.
Μα η τύχη είναι τυφλή
και πλούτο δίνει μόνον εκεί
όπου θέλει κι ορίζει αυτή…..
Σκεφθήκατε αλήθεια ποτές
τι θα γινόταν αν τα γεμάτα πουγκιά
«Μεγάλες» τα όριζαν ψυχές;
Τότε, φτωχοί
δεν θα υπήρχαν στον Κόσμο πια!
Ω, κι εγώ η πάντοτε με τσέπη αδειανή
αχ, και να ’χα φίλοι μου πλούτη πολλά!
Το τι θα ’κανα; Τα λόγια είναι περιττά.
Μα η τύχη είναι τυφλή
και πλούτο δίνει μόνον εκεί
όπου θέλει κι ορίζει αυτή…..
Πέμπτη 30 Δεκεμβρίου 2010
Ζωής μη φοβάσαι "σκοτεινιές"
Ζωής μη φοβάσαι «σκοτεινιές».
Σαν των εποχών τις εναλλαγές,
συμβαίνουν αδελφέ μου, από καιρό σε καιρό, στιγμές θαυμαστές
που το είναι τ’ ανθρώπου σε «στάσεις κι αντιθέσεις»,
παίρνει στροφές κι αλλάζει «θέσεις».
Και σαν Έλληνας της Ιωνίας γης ή της Αττικής,
ψάχνοντας για «το κρύφιο νόημα» της ζωής
λύνει το αίνιγμα της «Σφίγγας» και προχωρά.
Δαμάζει την «Ύδρα» που αναταράζει τα νερά.
Νικάει τον «Δράκο» που ξερνάει φωτιά
Μαδάει του «Γύπα» τα φτερά, δένει το ράμφος του, άλλο πια
να μη μπορεί του Προμηθέα να κατατρώει τα σωθικά.
Και τότε, ζεύει στην θέλησή του την αρχαία χίμαιρα την τριπλή
κι ακάθεκτος στην Ολύμπια ηλιόλουστη ορμάει κορυφή.
Κι εκεί συνομιλώντας πότε μ’ Ήρωες και πότε με Θεούς
μύστης και σταυροφόρος κατέρχεται με φωτισμένη ψυχή.
Λούζεται στη Κασταλία πηγή.
Ζητάει χρησμό απ’ τους Δελφούς.
Στις Θερμοπύλες πάει για προσκύνημα.
Περνάει απ’ την Ολυμπία κι αφήνει μήνυμα
για αγώνων συμμετοχή.
Κι ύστερα Μαραθωνοδρόμος μ’ ορμή ανέμου ξεχύνεται
σε λαμπαδηφόρο διαδρομή
φλόγα μεταφέροντας ιδεατού ονείρου
κι ως την άκρια της γης σ’ Οδύσσεια περιπέτεια ξανοίγεται
διαλαλώντας καθοδόν το «νόημα», με τη φωνή του Ομήρου …..
Ω, Ναι, μη φοβάσαι αδελφέ μου Ζωής «σκοτεινιές»!
Πάντοτε συμβαίνουν στιγμές, σαν τις εποχές, θαυμαστές
κι εναλλαγών έρχονται σε «στάσεις και θέσεις»,
κάποιες υπερούσιες ώρες,
που το συνειδητό μας,
όμοιο με τις αναμένουσες τον «Νυμφίο» Παρθένες Κόρες
σ’ έκσταση ψυχής, κατανοεί
το γράμμα του «Νόμου» κι αναφωνεί:
-«Όλα στη Ζωή προέρχονται απ’ το Φως
κι όλα ξαναγυρνούν πάλι εκεί»….
Σαν των εποχών τις εναλλαγές,
συμβαίνουν αδελφέ μου, από καιρό σε καιρό, στιγμές θαυμαστές
που το είναι τ’ ανθρώπου σε «στάσεις κι αντιθέσεις»,
παίρνει στροφές κι αλλάζει «θέσεις».
Και σαν Έλληνας της Ιωνίας γης ή της Αττικής,
ψάχνοντας για «το κρύφιο νόημα» της ζωής
λύνει το αίνιγμα της «Σφίγγας» και προχωρά.
Δαμάζει την «Ύδρα» που αναταράζει τα νερά.
Νικάει τον «Δράκο» που ξερνάει φωτιά
Μαδάει του «Γύπα» τα φτερά, δένει το ράμφος του, άλλο πια
να μη μπορεί του Προμηθέα να κατατρώει τα σωθικά.
Και τότε, ζεύει στην θέλησή του την αρχαία χίμαιρα την τριπλή
κι ακάθεκτος στην Ολύμπια ηλιόλουστη ορμάει κορυφή.
Κι εκεί συνομιλώντας πότε μ’ Ήρωες και πότε με Θεούς
μύστης και σταυροφόρος κατέρχεται με φωτισμένη ψυχή.
Λούζεται στη Κασταλία πηγή.
Ζητάει χρησμό απ’ τους Δελφούς.
Στις Θερμοπύλες πάει για προσκύνημα.
Περνάει απ’ την Ολυμπία κι αφήνει μήνυμα
για αγώνων συμμετοχή.
Κι ύστερα Μαραθωνοδρόμος μ’ ορμή ανέμου ξεχύνεται
σε λαμπαδηφόρο διαδρομή
φλόγα μεταφέροντας ιδεατού ονείρου
κι ως την άκρια της γης σ’ Οδύσσεια περιπέτεια ξανοίγεται
διαλαλώντας καθοδόν το «νόημα», με τη φωνή του Ομήρου …..
Ω, Ναι, μη φοβάσαι αδελφέ μου Ζωής «σκοτεινιές»!
Πάντοτε συμβαίνουν στιγμές, σαν τις εποχές, θαυμαστές
κι εναλλαγών έρχονται σε «στάσεις και θέσεις»,
κάποιες υπερούσιες ώρες,
που το συνειδητό μας,
όμοιο με τις αναμένουσες τον «Νυμφίο» Παρθένες Κόρες
σ’ έκσταση ψυχής, κατανοεί
το γράμμα του «Νόμου» κι αναφωνεί:
-«Όλα στη Ζωή προέρχονται απ’ το Φως
κι όλα ξαναγυρνούν πάλι εκεί»….
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)